Ο δρόμος της ευτυχίας

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
nhfaliamethh
Έμπειρος Αποστολέας
Έμπειρος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 250
Εγγραφή: Τετ Ιούλ 19, 2006 5:00 am
Επικοινωνία:

Ο δρόμος της ευτυχίας

Δημοσίευση από nhfaliamethh »


Ο δρόμος της ευτυχίας (Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως)


Τίποτα δεν είναι μεγαλύτερο από την καθαρή καρδιά, γιατί μια τέτοια καρδιά γίνεται θρόνος του Θεού. Και τι είναι ενδοξότερο από το θρόνο του Θεού; Ασφαλώς τίποτα. Λέει ο Θεός γι’ αυτούς που έχουν καθαρή καρδιά: «Θα κατοικήσω ανάμεσά τους και θα πορεύομαι μαζί τους. Θα είμαι Θεός τους, κι αυτοί θα είναι λαός μου». (Β’ Κορ. 6, 16).
Ποιοι λοιπόν είναι ευτυχέστεροι απ’ αυτούς τους ανθρώπους; Και από ποιο αγαθό μπορεί να μείνουν στερημένοι; Δεν βρίσκονται όλα τ’ αγαθά και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στις μακάριες ψυχές τους; Τι περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ’ αλήθεια, τίποτα! Γιατί έχουν στην καρδιά τους το μεγαλύτερο αγαθό: τον ίδιο το Θεό!
Πόσο πλανιούνται οι άνθρωποι που αναζητούν την ευτυχία μακριά από τον εαυτό τους, στις ξένες χώρες και στα ταξίδια, στον πλούτο και στη δόξα, στις μεγάλες περιουσίες και στις απολαύσεις, στις ηδονές και σ’ όλες τις χλιδές και ματαιότητες, που κατάληξή τους έχουν την πίκρα! Η ανέγερση του πύργου της ευτυχίας έξω από την καρδιά μας, μοιάζει με οικοδόμηση κτιρίου σε έδαφος που σαλεύεται από συνεχείς σεισμούς. Σύντομα ένα τέτοιο οικοδόμημα θα σωριαστεί στη γη...
Αδελφοί μου! Η ευτυχία βρίσκεται μέσα στον ίδιο σας τον εαυτό, και μακάριος είναι ο άνθρωπος που το κατάλαβε αυτό. Εξετάστε την καρδιά σας και δείτε την πνευματική της κατάσταση. Μήπως έχασε την παρρησία της προς το Θεό; Μήπως η συνείδηση διαμαρτύρεται για παράβαση των εντολών Του; Μήπως σας κατηγορεί για αδικίες, για ψέματα, για παραμέληση των καθηκόντων προς το Θεό και τον πλησίον; Ερευνήστε μήπως κακίες και πάθη γέμισαν την καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αυτή σε δρόμους στραβούς και δύσβατους...
Δυστυχώς, εκείνος που παραμέλησε την καρδιά του, στερήθηκε όλα τ’ αγαθά κι έπεσε σε πλήθος κακών. Έδιωξε τη χαρά και γέμισε με πίκρα, θλίψη και στενοχώρια. Έδιωξε την ειρήνη και απόκτησε άγχος, ταραχή και τρόμο. Έδιωξε την αγάπη και δέχτηκε το μίσος. Έδιωξε, τέλος, όλα τα χαρίσματα και τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που δέχτηκε με το βάπτισμα, και οικειώθηκε όλες τις κακίες εκείνες, που κάνουν τον άνθρωπο ελεεινό και τρισάθλιο.
Αδελφοί μου! Ο Πολυέλεος Θεός θέλει την ευτυχία όλων μας και σ’ αυτή και στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό ίδρυσε την αγία Του Εκκλησία. Για να μας καθαρίζει αυτή από την αμαρτία, να μας αγιάζει, να μας συμφιλιώνει μαζί Του, να μας χαρίζει τις ευλογίες του ουρανού.
Η Εκκλησία έχει ανοιχτή την αγκαλιά της, για να μας υποδεχθεί. Ας τρέξουμε γρήγορα όσοι έχουμε βαριά τη συνείδηση. Ας τρέξουμε και η Εκκλησία είναι έτοιμη να σηκώσει το βαρύ φορτίο μας, να μας χαρίσει την παρρησία προς το Θεό, να γεμίσει την καρδιά μας με ευτυχία και μακαριότητα...

πηγή:http://www.gonia.gr/gonia.php?article=1173


Εικόνα

Εικόνα

Εικόνα
michail
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 567
Εγγραφή: Τετ Απρ 13, 2005 5:00 am

Re: Ο δρόμος της ευτυχίας

Δημοσίευση από michail »

ΗΔΟΝΗ – ΟΔΥΝΗ
Τό δίδυμον τέρας τῶν αἰσθήσεων
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ
κ. ΔΑΝΙΗΛ
Ἡ ζωή τοῦ ἐκπεσμένου ἀπό τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τήν μετοχή στήν θεία ζωή ἀνθρώπου εἶναι τραγική, ταλαιπωρία καί πάλη καθώς κινεῖται ἤ ἐξελίσσεται, θά ἐλέγομεν, ἀνάμεσα στίς δύο συμπληγάδες, τήν ἡδονήν καί τήν ὀδύνην. Καί οἱ δύο ἀποτελοῦν δύο δίδυμα θηρία πού κατασπαράσσουν ἀνηλεῶς τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου οὐ μόνον τήν παροῦσαν, ἀλλ᾿ ἀπειλοῦν σοβαρῶς καί τήν μέλλουσαν. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ καί ἀγωνίζεται ἐπιδιώκων νά ἀπολαύσει ἕως τρυγός τίς ἡδονές τῶν αἰσθήσεων χωρίς ποτέ νά κορεσθεῖ καί νά χορτάσει, νά αἰσθανθεῖ πεπληρωμένος πάσης χαρᾶς καί εὐφροσύνης. Κι᾿ ἀντιθέτως ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποφύγει κάθε πόνο, πᾶσαν λύπην, πάντα στεναγμόν σωματικόν, ψυχικόν, πνευματικόν. Ἀποκρούει πᾶσαν θλίψιν καί στενοχωρίαν τοῦ βίου τούτου, πλήν ματαίως. Ἡ ζωή μας εἶναι ζυμωμένη μέ τά δάκρυα, τούς πόνους, τήν φθορά, τόν θάνατο, τήν ματαιότητα.

Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἐπλάσθη ἀπό τόν Θεό γιά νά ζεῖ σ᾿ αὐτή τήν ταλαιπωρία, γιά νά συνθλίβεται καί νά συμπιέζεται ἀπό τήν ἡδονή καί τήν ὀδύνη. Τόν ἐδημιούργησε ἀνώτερον ἀμφοτέρων, ἐλεύθερον ἡδονῶν καί ὀδυνῶν. Συγχρόνως ὁ ἄνθρωπος ἦτο καί εὐτυχισμένος, διότι εὐφροσύνη καί ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας του ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί ἡ μετ᾿ Αὐτοῦ κοινωνία καί ζωή. Ὁ διάβολος ὅμως ἐξηπάτησε καί ἀπεπλάνησε τόν ἄνθρωπον. Τοῦ ἐπρότεινε νά ἀπορρίψει καί νά ἀρνηθεῖ τόν Θεόν καί τήν μετ᾿ Αὐτοῦ κοινωνία καί ζωή καί νά στραφεῖ πρός τόν κόσμον καί τήν ἀπόλαυσιν τῆς ζωῆς τῶν αἰσθήσεων. Τότε λοιπόν ὁ ἄνθρωπος συγκατετέθη εἰς τόν λογισμόν τοῦ διαβόλου ἀπέρριψε τόν Θεόν καί ἐστράφη πρός τόν κόσμον καί τήν ἀπόλαυσίν του πιστεύων, ὅτι θά συνεχίσει νά εἶναι πεπληρωμένος εὐτυχίας καί ζωῆς. Ἠγνόει τί ἐσήμαινεν ἡ δελεαστική πρότασις τοῦ διαβόλου καί ποία παγίς ὑπεκρύπτετο εἰς αὐτήν. Ὁ διάβολος ἐπρότεινε καί ὑπέδειξε εἰς τόν ἄνθρωπον τήν ζωήν τῶν αἰσθήσεων καί τοῦ ἀπέκρυψε, ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς προτάσεώς του ἀπ᾿αὐτόν θά εἶχεν ὡς συνέπειαν καί τήν ζωήν τῶν ὀδυνῶν καί ὅτι θά ἐστερεῖτο τήν ὄντως χαράν καί ἀπόλαυσιν. Οὕτως ἐγεννήθησαν ἐν ἡμῖν, μέσα μας δηλαδή, οἱ δύο αὐτές θηριώδεις καί ἄγριες καταστάσεις τῆς ἡδονῆς καί τῆς ὀδύνης. Ἡ μία πολεμεῖ ἐναντίον τῆς ἄλλης, ἕως ὅτου ὁ ἄνθρωπος ἐξουθενωθεῖ καί ὑποκύψει εἰς τόν νόμον τοῦ θανάτου. Ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος κυνηγᾶ τίς ἡδονές τόσο περισσότερον ὀδυνᾶται. Ὀδυνώμενος δέ ὀρέγεται τήν τρυφήν καί ἀπόλαυσιν τῶν ματαίων αἰσθήσεων.

Εἷς καί μοναδικός ἄνθρωπος, ὁ θεάθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἐγεννήθη καί ἔζησεν ἐλεύθερος ἡδονῶν καί ὀδυνῶν. Καί τίς μέν ἡδονές καί ἀπολαύσεις τίς ἠρνήθη κατά τήν ἐπί τῆς γῆς ζωήν Του. Ἐπέτρεπε δέ εἰς τήν ἀνθρωπίνην φύσιν Του νά πάσχει τά ἀνθρώπινα κατά τόν πρύτανι τῆς θεολογίας Ἰωάννην τόν Δαμασκηνόν, νά πεινᾶ, νά διψᾶ, νά ἱδρώνει, νά κουράζεται, κυριαρχῶν καί ἐξουσιάζων ἀπολύτως καί τά λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός. Τίς δέ ὀδύνες, τίς κατεδέχθη μέ τήν θέλησί Του. Ἐπόνεσε καί ὑπέφερε ὄχι διότι ἐτέλει ὑπό τόν αὐτόν νόμον ὡς ἡμεῖς, ἀλλά ἐξ ἀγάπης καί οἰκονομικῶς, ἵνα διά τῶν ἰδικῶν Του πόνων θεραπεύσει τούς ἰδικούς μας πόνους τούς ὁποίους ἐγέννησεν ἡ ἐπιθυμία τῶν ματαίων ἡδονῶν τῶν αἰσθήσεων. « Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς οἱ πάντες ἰάθημεν» (Ἡσαΐου Νγ´ 5). Ὁ μεγαλοφωνότατος τῶν Προφητῶν Ἡσαΐας προορῶν τόν πάσχοντα Υἱόν τοῦ Θεοῦ ἐξήγησε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θά νομίζουν, ὅτι θά ὑποφέρει καί θά τιμωρεῖται ἀπό τόν Θεόν, ἡ ἀλήθεια ὅμως θά εἶναι διαφορετική «αὐτός βαστάζει ἐπάνω του τίς ἁμαρτίες μας καί πρός χάριν μας ὀδυνᾶται, πονεῖ καί ὑποφέρει, αὐτός ὅμως ἐταλαιπωρήθη γιά τίς ἁμαρτίες μας καί γιά τίς ἀνομίες μας ἐκτυπήθη» (Ἡσαΐου Νγ´ 40).

Οὕτως ὁ Κύριος μᾶς ἠλευθέρωσε ἐκ τῶν διδύμων τούτων θηρίων τῆς ἡδονῆς καί τῆς ὀδύνης. Ἔκτοτε εἰς τήν ἁγίαν Ἐκκλησία μας ἀγωνιζόμεθα νά ἀναδειχθοῦμε ἀνώτεροι καί ἰσχυρότεροι τῶν δύο τούτων καταστάσεων. Καί τίς μέν ἡδονές ἀρνούμεθα μέ τήν θέλησίν μας ἀσκούμενοι διά νηστείας, ἐγκρατείας, σωφροσύνης, προσευχῆς, λιτότητος βίου ἐναντίον πάσης πλεονεξίας καί φιληδονίας. Τίς δέ ὀδύνες καί πάντα πόνον ὑπομένομεν ἀγογγύστως καί ἀδιαμαρτυρήτως. Ἄν ὁ Κύριος «ἄφωνος» δέν ἤνοιξε τό στόμα Του, νά διαμαρτυρηθεῖ πρός τό Θεόν, παρά τό ὅτι ἔπασχε ἀδίκως καί ἀναιτίως, πόσον μᾶλλον ἐμεῖς δέν νομιμοποιούμεθα νά διαμαρτυρώμεθα διότι πονοῦμεν καί ὑποφέρομεν.

Ἀσκούμενοι εἰς τήν ὑπομονήν ἐνώπιον τῶν παντοίων θλίψεων θά πρέπει νά γνωρίζομεν δύο ἀκόμη ἀλήθειες τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας:

Ἡ πρώτη εἶναι, ὅτι ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀντοχή εἰς τίς θλίψεις δέν συνιστᾶ μοιρολατρίαν, οὔτε ὑποτίμησι τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καί ἀξίας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς τόν λόγον καί πρός ἀνακούφισιν μας ὁ Θεός πρῶτον μᾶς ἔδωσε τήν χάριν Του ἀλλά καί τήν ἐπιστήμην τῆς ἰατρικῆς καί κάθε ἄλλη ἀγαθή γνῶσι γιά νά ἀντιμετωπίσωμεν τίς ὀδύνες τῆς παρούσης ζωῆς. Ὡστόσον μᾶς ὑπέδειξε τόν τρόπο τῆς ὁριστικῆς ὑπερβάσεως καί ἀπελευθερώσεώς μας ἀπό τό δίδυμο ἡδονῆς καί ὀδύνης διά τῆς ἑνώσεως μας μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μόνο μετ᾿ Αὐτοῦ δυνάμεθα νά ἀγωνισθῶμεν διά νά ἀναδειχθῶμεν ἀνώτεροι καί ἐλεύθεροι ἡδονῶν καί ὀδυνῶν.

Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι, οἱ ἀλγηδόνες τῶν ἁγίων δέν ἀφήνουν τόν Θεόν ἀσυγκίνητον, ἄν μποροῦμε νά ἀναφερθοῦμε μ᾿ αὐτό τόν τρόπο στόν ἀπαθῆ καί ἀπροσδεῆ Θεό καί Πατέρα μας. Οἱ πόνοι καί οἱ ταλαιπωρίες τῶν δικαίων λειτουργοῦν ἐξιλεωτικῶς ὑπέρ αὐτῶν. Ἡ Γραφή
λέγει ὅτι οἱ θλίψεις τῶν δικαίων εἶναι πολλές, ἀλλά εἶναι ἐξ ἴσου μεγάλο καί τό ἔλεος, ἡ φιλανθρωπία καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία θά κυκλώσει τόν ἄνθρωπο γιά νά τόν ἐνισχύσει κατά τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ.

Εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ κοινωνία καί ὁ κόσμος μας κινεῖται πρός ἐντελῶς διαφορετική κατεύθυνσι. Αὐτό ὀφείλεται εἰς τό ὅτι δέν ἔχει κατανοήσει καί δέν ἔχει ἑρμηνεύσει σωστά τίς δύο αὐτές καταστάσεις τῆς ζωῆς μας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἀκόρεστος νά ἀναζητεῖ ἡδονικές συγκινήσεις ἀνώτερες καί ἰσχυρότερες, διαρκέστερες καί μονιμώτερες, ὅσων ἤδη ἔλαβε πεῖραν. Νά ἀγκομαχᾶ, νά ἄγχεται, νά ταλαιπωρεῖται ἐπειδή δέν μπορεῖ νά ἀπολαύσει τά πάντα καί νά ἰκανοποιήσει τίς ἐπιθυμίες του ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶ τήν εὐτυχία του. Καί συγχρόνως νά τρομάζει καί νά πανικοβάλλεται πρό τῶν ὀδυνῶν. Οἱ ὀδύνες ἀπειλοῦν τήν ἀπόλαυσι τῶν ἡδονῶν κι᾿ αὐτό εἶναι δυσάρεστο γιά τόν ἄνθρωπο κι᾿ ὑποφέρει καί πληρώνει ὑπέρογκα ποσά προκειμένου νά προσθέσει καί μία ἡμέρα εἰς τήν ζωήν του καί πῆχυν ἕνα εἰς τό ὕψος καί τήν ἡλικία του.

Ἀντιθέτως εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀγωνιζόμεθα νά ἀρνηθοῦμε τήν ἡδονή τῶν αἰσθήσεων καί νά περιστείλωμεν τίς ἡδονικές καί μάταιες ἀπολαύσεις τῶν ἡδονῶν ὑπομένοντες πᾶσαν θλίψιν καί στενοχωρίαν τοῦ ἀθλίου τούτου βίου μας «ἕως οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ καί φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Β´ Πέτρου α´ 19).
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”