Ένας καλός άνθρωπος, μηχανικός στα πλοία, ζήτησε και πήρε για γυναίκα του ένα φτωχό κορίτσι αφοσιωμένο στους γονείς του. Τέσσερα κοριτσάκια τους χάρισε ο Θεός, το μικρότερο μόλις ενός χρόνου και το μεγαλύτερο επτά. Ο μισθός του από τη μια, ήταν το μόνο έσοδό τους, αλλά οι οικονομίες εκείνου και της καλής νοικοκυράς από την άλλη, έφθανε ώστε τίποτε να μην στερούνται. Το ευλογημένο ζευγάρι έπλασαν μαζί τόσα όνειρα. Έξι επτά χρόνια παράδεισος ήταν το σπίτι τους.
Αλλά, μαύρη ήταν η ώρα, όταν γεμάτος από χαρά πήδησε από το βαπόρι, αφού έφθασε στην πατρίδα, κι έτρεξε να πάει στο σπίτι του να αγκαλιάσει τα παιδάκια του και την καλή του γυναίκα, αλλά ένα αυτοκίνητο στο δρόμο τον κτύπησε άσχημα. Φωτιά στο σπίτι της. Ο πόνος αγιάτρευτος. Σε λίγες μέρες χανόταν η χαρά τους. Ρήμαξε απότομα το άμοιρο σπίτι. Χήρα τώρα η νέα γυναίκα με τέσσερα ορφανά κοριτσάκια, σαν άπτερα πουλάκια και ένα στα σπλάγχνα της, έλειωνε στο κλάμα νύχτα μέρα. Καλές χριστιανές νοικοκυρές την φρόντιζαν και την συντηρούσαν κάμποσο καιρό με ελεημοσύνες. Επειτα από λίγο καιρό ήρθε στον κόσμο και ένα χαριτωμένο αγοράκι. Και από τότε ακόμη πιο βαθειά διαπέρασε την καρδιά της του πόνου το μαχαίρι. Ζαλίστηκε! Κι ένα βράδυ πήγε να συναντήσει τον επίσκοπο της περιοχής. « Τι να κάνω Σεβασμιώτατε, του έλεγε με σπαραγμό. Πως να ζήσω τα παιδιά μου; Πως να εργασθώ με ένα μωρό; Έκλαψα, προσευχήθηα στο Θεό και κατέληξα στην απόφαση να πάω στην Αθήνα να ρίξω στο βρεφοκομείο το παιδί για να είμαι ελεύθερη να δουλέψω. Με τι καρδιά όμως να το κάνω; Τι θα γίνει το παιδί μου; Πάω να τρελαθώ. Παρηγορήστε με, Σεβασμιώτατε, θα χάσω το μυαλό μου!» Ο επίσκοπος την παρηγόρησε όσο μπορούσε με αληθινή συμπόνια. Της είπε να έχει πίστη. Μα όταν εκείνη τον βεβαίωσε ότι το παιδί όπως και τα κοριτσάκια θα πεθάνουν από την πείνα τότε κατάλαβε ότι το μωρό θα έπρεπε να τακτοποιηθεί οπωσδήποτε. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Διηγήθηκε το περιστατικό στους στενούς συνεργάτες του και αποφάσισαν και βρήκαν κάποια νέα μητέρα στην Αθήνα, καλή χριστιανή, η οποία ανέλαβε να θρέψει ένα χρόνο το παιδάκι.
Ακόμη δεν είχε χαράξει η αυγή όταν το αυτοκίνητο της Μητροπόλεως ήταν έτοιμο. Μαζί με τον επίσκοπο θα ταξίδευαν και άλλοι τρεις ιεραπόστολοι. Μια μάνα χήρα, νέα γυναίκα χωμένη μέσα στα μαύρα κτυπάει την πόρτα της Μητρόπολης. Ο καλός παπά-Σπύρος της είπε δυό λόγια παρηγορητικά. Αυτή με κλάματα παραδίδει στα χέρια του σπαρακτικά το βρέφος. Κοιμάται αμέριμνο τώρα στην αγκαλιά του εμπνευσμένου ιεραποστόλου. Ένα ξανθό, πεντάμορφο αγοράκι ενός μόλις μηνός. Μυσταγωγία αληθινή. Η μάνα σήκωσε τα δυό της χέρια και σκέπασε το προσωπό της από τον πόνο. Ξέσπασε σε λυγμούς. Όταν το αυτοκίνητο ξεκίνησε, εκείνη γονάτισε έξω από την πόρτα της Μητροπόλεως, σήκωσε τα χέρια και τα μάτια της στον ουρανό και προσευχόταν, ενώ ο παπά-Σπύρος έσφιγγε με βουρκωμένα μάτια στην αγκαλιά του το παιδάκι. Μόλις είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει, όταν το αυτοκίνητο έστριβε στη γωνιά του δρόμου, ενώ η μάνα σωριασμένη στο ίδιο μέρος εξακολουθούσε να σπαράσσει ολόκληρη από τον πόνο. Όταν ξημέρωσε καλά, το αυτοκίνητο είχε διασχίσει πολλά χιλιόμετρα και το ξανθό παιδάκι εξακολουθούσε να κοιμάται. Κάποια στιγμή το μωρό ξύπνησε, κοίταξε με τα μικρά εκφραστικά ματάκια του περίεργα τον παπά-Σπύρο, που το κρατούσε στην αγκαλιά του και άρχισε να γελάει τόσο γλυκά και τόσο χαριτωμένα, που έκανε όλους να κλάψουν. «Άμοιρο παιδί! Η γέννησή σου είναι ένα δράμα και από τις πρώτες μέρες της ζωής σου σπαραγμοί μητρικής καρδιάς σε συνοδεύουν. Ποιός ξέρει ποιά θα είναι η εξέλιξή σου. Τις οίδε μήπως η Πρόνοια του Θεού σε αναδείξει μια μέρα ένα μεγάλο προστάτη των ορφανών…»
Κόντευε να βραδυάσει, όταν το δράμα τελείωσε! Η καλή χριστιανή πήρε το βρέφος στην αγκαλιά της σαν μητέρα και υποσχέθηκε πως για την αγάπη του Χριστού θα το περιποιηθεί σαν δικό της παιδί έναν χρόνο και έπειτα έχει ο Θεός!
Πέρασαν κάμποσες μέρες από τότε και μια μέρα που με το αυτοκίνητο ο Μητροπολίτης και οι τρεις ιεραπόστολοι επέστρεφαν στην Μητρόπολη, ένα περιστατικό τους έκανε να σταματήσουν. Ένα περιστατικό που έπρεπε να το παρακολουθήσουν με προσοχή.
Σε ένα εξοχικό σπίτι ενός μικρού χωριού μια κλώσσα ωδηγούσε τα μικρά πουλάκια της στον κήπο με χαρά μαθαίνοντάς τα να βρίσκουν την τροφή τους. Ξαφνικά όμως ένας τεράστιος μαύρος κόρακας πέταξε κοντά τους με διάθεση να κτυπήσει τα πουλάκια. Η κλώσσα έβγαλε απεγνωσμένες φωνές κινδύνου, και χωρίς να χάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο καιρό, ώρμησε επάνω του με δύναμη θηρίου και τον ανάγκασε να οπισθοχωρήσει τρομαγμένος. Αμέσως τότε με φωνές κινδύνου ανάγκασε τα πουλάκια να κρυφθούν μέσα στα πυκνά κλαδιά του φράκτη. Εν τω μεταξύ ο κόρακας συνήλθε και ντροπιασμένος για την δειλία του ώρμησε πάνω στην κλώσσα και τα πουλάκια, που έτρεχαν ακόμα να κρυφθούν. Η μάννα εκείνη τη στιγμή μπροστά στον κίνδυνο να σπαραχθούν τα παιδιά της πήρε από τη μητρική στοργή της τη δύναμη και σαν λιοντάρι, σαν τίγρις ώρμησε απάνω στον κόρακα ακόμα μια φορά και με τις σπαρακτικές της φωνές και τα νύχια της και τα φτερά της τον πτόησε και πάλι και σταμάτησε την ορμή του, έως ότου τα πουλιά κρύφτηκαν όλα μέσα στο φράκτη και τότε μόνο και η κλώσσα τράπηκε σε φυγή!
Όλοι, που παρακολουθούσαν με πολύ ενδιαφέρον το περίεργο αυτό θέαμα χειροκρότηταν με ενθουσιασμό την αυταπάρνηση και τον ηρωϊσμό της μητέρας αυτών των πουλιών, και με λόγια χαρακτηριστικά σχολίασαν το περιστατικό αυτό.
Μόνο ένας από τους ιεραποστόλους δεν έλεγε λέξη. Είχε βυθισθεί σε μεγάλη μελαγχολία. Δάκρυσε μάλιστα για μια στιγμή: «Τι έπαθες;» του είπε ο διπλανός του με συμπόνια και αυτός του αποκρίθηκε: «Αυτή η σκηνή της μητέρας, της κλώσσας που είδαμε, που πάλαιψε και νίκησε τον εχθρό και έσωσε με κίνδυνο της δικής της ζωής τα παιδάκια της, μου έφερε στο μυαλό την τραγική σκηνή της προχθεσινής μητέρας, που δεν είχε τη δύναμη της κλώσσας!» Όλοι μελαγχόλησαν. Όλων η σκέψη ήλθε στην προχθεσινή σκηνή. Ένας κλονισμός έγινε μέσα τους: «Το λογικό, το λογικό τα φταίει – είπε ένας άλλος από τους ιεραποστόλους. Η κλώσσα για να ρυθμίζει την ενέργειά της σύμφωνα μόνο με την καρδιά της τα έβαλε με εχθρό ανίκητο και τον νίκησε. Ωστόσο, αν είχε λογικό, θα ήταν χαμένη κι αυτή και τα παιδιά της!»
Και πράγματι! Το λογικό είναι πεπερασμένο, τόσο δα πραγματάκι. Δεν είναι λοιπόν ικανό να έχει την πρωτοβουλία στις μεγάλες ενέργειες της ανθρωπίνης καρδιάς. Η καρδιά του ανθρώπου με τη βοήθεια του παιδιού της, που είναι ο ενθουσιασμός, έχει δύναμη Θεού και κατορθώνει ο,τι το λογικό και η θέληση θεώρησαν ως ακατόρθωτα.
Αν θέλουμε αγαπητοί μου, να κάνουμε κάτι σπουδαίο και σοβαρό σε αυτό τον κόσμο μην εξαρτάμε το παν από τη λογική. Να την έχουμε μόνο βοηθό στις ενέργειες της καρδιάς. Η καρδιά είναι η μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου, η ανθρώπινη καρδιά! Έχει μέσα της δύναμη Θεού.
Η μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου
Συντονιστής: Συντονιστές
-
Domna
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6151
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γερμανία
- Επικοινωνία:
Η μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.