Ψυχοφελή μηνύματα...

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
Πρὸ ἐτῶν, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώσεως, ρώτησα κάποιον ἀσκητὴ ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀναμφίβολα πιστεύω, ἀξιώθηκε πολλὲς φορὲς νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ Φῶς. Στὴν ἀδιάκριτη παράκλησή μου νὰ μοῦ πεῖ κάτι γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ Θαβωρίου Φωτός, δηλαδὴ πῶς αὐτὸ ὁρᾶται καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσει κάποιος τὴ δωρεὰ αὐτή, αὐτὸς μὲ ἄκρα συγκατάβαση πρὸς τὴν ἀμάθειά μου, μὲ μεγάλη ὑπομονή, μοῦ διευκρίνισε τὸ θέμα αὐτό, ἐγώ δὲ σήμερα θὰ μεταδώσω σὲ σᾶς μόνο τὸ πιὸ οὐσιῶδες ἀπὸ αὐτὸ πού ἄκουσα ἀπὸ τὸ ἀψευδές στόμα του, καὶ ὅσο εἶναι δυνατὸν πιὸ σύντομα.
Μοῦ διηγήθηκε ὁ ἄνδρας αὐτὸς ὅτι κατ’ ἀρχάς, ὅταν ἦταν ἀκόμη νέος, τὸ φῶς αὐτὸ ἐμφανιζόταν σὲ αὐτὸν ἀσαφῶς, σὲ σύντομες στιγμές, ἄλλοτε σὰν ἀκατάληπτη πύρινη φλόγα, ἡ ὁποία ἔκαιγε τὴν καρδιὰ του διὰ τῆς ἀγάπης, ἄλλοτε σὰν κάποιο ἀπαύγασμα τὸ ὁποῖο διείσδυε μὲ τὴ λάμψη στὸν νοῦ του κατὰ τὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς, κυρίως στὸν ναό. Ἀλλά κάποια ἡμέρα, μετὰ ἀπὸ ἐκτενῆ, κατὰ τὴ διάρκεια πολλῶν μηνῶν, διάπυρη προσευχὴ πού συνοδευόταν ἀπὸ βαθειὰ λύπη γιὰ τὴν ἀθλιότητά του, τὸ φῶς αὐτὸ κατέβηκε μὲ ἱλαρότητα πάνω του καὶ παρέμεινε μαζί του τρεῖς ἡμέρες. Κατὰ τὶς ἡμέρες αὐτὲς αἰσθανόταν τὸν ἑαυτὸ του ἐμφανῶς ἐκτός θανάτου. Ἡ χαρὰ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως γέμιζε τότε τὴν ψυχή του. Ἐσωτερικὰ ὀνόμαζε τὸ φῶς ἐκεῖνο «πρωΐαν ἀναστάσεως», διότι αὐτὸ ἦταν ἱλαρό, σὰν «ἐαρινὴ πρωΐα». Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βρισκόταν αὐτὸς μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν τὴ συνηθισμένη σὲ ὅλους κοπιώδη ζωή. Μετὰ τὴν πάροδο ἐτῶν ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅταν αὐτὸς ἦταν ἤδη μοναχός, καὶ ἀργότερα λειτουργός, συνέβαινε πολλὲς φορὲς νὰ μεταβάλλεται ἡ προσευχή του σὲ θεωρία φωτός, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν αἰσθάνεται τότε οὔτε τὸ σῶμα του, οὔτε τὸν ὑλικὸ κόσμο πού τὸν περιέβαλλε.
Τὸ φῶς αὐτὸ φανερώνεται ὡς καθαρὰ ἄνωθεν εὐδοκία. Ἔρχεται κατ’ ἀρχὰς ἀπροσδόκητα, δηλαδὴ ὅταν ἡ ψυχὴ δὲν σκέπτεται καθόλου γι’ αὐτὸ ὅτι θὰ ἔρθει, ἤ ἀκόμη ὅτι ὑπάρχει. Ἄγνωστο ὡς τότε, φέρει μὲ τὴν ἔλευσή του στὴν ψυχὴ γλυκειά ἀπορία, καὶ κατάπληκτη αὐτὴ ἀγνοεῖ ἀκόμη τὸ ποιὸς ἤ τί τῆς φανερώθηκε, ἀλλ’ αἰσθάνεται τὸν ἑαυτὸ της ἐκείνη τὴν ὥρα ὡς αἰχμάλωτο πού βγαίνει ἀπὸ τὸ ζοφερὸ σκοτάδι τῆς φυλακῆς πρὸς τὶς ἀπέραντες ἐκτάσεις, πού φωτίζονται ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Ἔλεγε ἐπίσης ὁ ἄνδρας ἐκεῖνος: «Παρὰ τὸ ὅτι τὸ Θεῖο Φῶς μένει πάντοτε κατὰ τὴ φύση του ἀναλλοίωτο, ὅμως οἱ ἐνέργειές του, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο γεννᾶ στὸν ἄνθρωπο, ποικίλλουν. Μερικὲς φορὲς προσλαμβάνεται ὡς αἴσθηση ἱλαρῆς ἀγάπης Χριστοῦ· ἄλλοτε ὡς συμπαράσταση Θείας Δυνάμεως· ἄλλοτε ὡς κάποια ἀνεκλάλητη κίνηση τῆς αἰώνιας ζωῆς μέσα στὸν ἄνθρωπο· καὶ ἄλλοτε πάλι ὡς φῶς συνέσεως ἡ ὑπερνοητὴ νοερὰ ὅραση τοῦ Θεοῦ. Ἄμετρη ὅμως εἶναι ἡ ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου καὶ συμβαίνει ὥστε ἡ ἀγάπη Του νὰ ἐκχέεται ἀκόμη ἀφθονότερα. Τότε τὸ Θεῖο Φῶς γεμίζει ὅλο τὸν ἄνθρωπο, οὕτως ὥστε καὶ αὐτὸς γίνεται ὅμοιος πρὸς τὸ φῶς· καὶ τότε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο βλέπει, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὀνομαστεῖ διαφορετικά, παρὰ μόνο φῶς —παρὰ τὸ ὅτι τὸ Φῶς αὐτὸ κατὰ τὴ φύση του εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ὁρατοῦ ἡλίου».
ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ
Ὅταν ἤμουν στὰ Κατουνάκια, στὸ Κελλὶ τοῦ Ὑπατίου, ἕνα ἀπόγευμα, ἀφοῦ ἔκανα τὸν Ἑσπερινὸ μὲ κομποσχοίνι, ἤπια ἕνα τσάι καὶ συνέχισα.Ἔκανα τὸ Ἀπόδειπνο καὶ τοὺς Χαιρετισμοὺς μὲ κομποσχοίνι, καὶ ὕστερα ἔλεγα τὴν εὐχή.
Ὅσο τὴν ἔλεγα, τόσο ἔφευγε ἡ κούραση καὶ αἰσθανόμουν ξεκούραστος.
Ἔνιωθα μέσα μου μιὰ χαρά, ποὺ δὲν μοῦ ἔκανε καρδιὰ νὰ κοιμηθῶ· ἔλεγα συνέχεια τὴν εὐχή.
Γύρω στὶς ἕντεκα τὴν νύχτα γέμισε ξαφνικὰ τὸ κελλὶ μὲ ἕνα φῶς γλυκό, οὐράνιο. Ἦταν πολὺ δυνατό, ἀλλὰ δὲν σὲ θάμπωνε.
Κατάλαβα ὅμως ὅτι καὶ τὰ μάτια μου «δυνάμωσαν», γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἀντέξω αὐτὴν τὴν λάμψη.
Ὅσο ἤμουν σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, μέσα στὸ θεῖο ἐκεῖνο φῶς, ἤμουν σ’ ἕναν ἄλλον κόσμο, πνευματικό. Αἰσθανόμουν μιὰ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση, καὶ τὸ σῶμα μου ἀνάλαφρο· εἶχε χαθῆ τὸ βάρος τοῦ σώματος.
Ἔνιωθα τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν θεῖο φωτισμό. Θεῖα νοήματα περνοῦσαν γρήγορα ἀπὸ τὸν νοῦ μου σὰν ἐρωταποκρίσεις. Δὲν εἶχα προβλήματα, οὔτε θέματα νὰ ρωτήσω, ὅμως ρωτοῦσα καὶ εἶχα συγχρόνως καὶ τὴν ἀπάντηση. Ἦταν ἀνθρώπινα λόγια οἱ ἀπαντήσεις, εἶχαν ὅμως καὶ θεολογία, ἀφοῦ ἦταν θεῖες ἀπαντήσεις.
Καὶ ἦταν τόσο πολλὰ ὅλα αὐτά, ὥστε, ἂν τὰ ἔγραφε κανείς, θὰ γραφόταν ἄλλος ἕνας Εὐεργετινός. Αὐτὸ κράτησε ὅλη τὴν νύχτα, μέχρι τὶς ἐννιὰ τὸ πρωί. Ὅταν πιὰ χάθηκε ἐκεῖνο τὸ φῶς, ὅλα μοῦ φαίνονταν σκοτεινά. Βγῆκα ἔξω καὶ ἦταν σὰν νύχτα. «Τί ὥρα εἶναι; Δὲν ἔφεξε ἀκόμη;», ρώτησα ἕναν μοναχὸ ποὺ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ.
Ἐκεῖνος μὲ κοίταξε καὶ μοῦ ἀπάντησε μὲ ἀπορία:
«Τί εἶπες, πάτερ Παΐσιε;».
«Τί εἶπα;», ἀναρωτήθηκα καὶ μπῆκα μέσα.
Κοιτάζω τὸ ρολόι καὶ τότε συνειδητοποίησα τί εἶχε συμβῆ. Ἡ ὥρα ἦταν ἐννιὰ τὸ πρωί, ὁ ἥλιος ἦταν ψηλά, κι ἐμένα ἡ ἡμέρα μοῦ φαινόταν σὰν νύχτα! Ὁ ἥλιος δηλαδὴ μοῦ φαινόταν ὅτι ἴσα‐ἴσα φώτιζε· σὰν νὰ εἶχε γίνει ἔκλειψη ἡλίου.
Ἤμουν σὰν ἕναν ποὺ πετιέται ἀπότομα ἀπὸ τὸ δυνατὸ φῶς στὸ σκοτάδι· τόσο μεγάλη ἦταν ἡ διαφορά! Μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν θεϊκὴ κατάσταση βρέθηκα στὴν ἄλλη, τὴν φυσική, τὴν ἀνθρώπινη, καὶ ξεκίνησα νὰ κάνω ὅπως κάθε μέρα τὸ πρόγραμμά μου.
Ἔκανα λίγο ἐργόχειρο, ἔκανα τὴν Ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν μὲ κομποσχοίνι, μετὰ τὴν Ἐνάτη Ὥρα ἔβρεξα λίγο παξιμάδι γιὰ νὰ φάω, ἀλλὰ ἔνιωθα σὰν ζῶο ποὺ πότε ξύνεται, πότε βόσκει, πότε χαζεύει, καὶ ἔλεγα μέσα μου: «Γιά δὲς μὲ τί ἀσχολοῦμαι! Τόσα χρόνια ἔτσι τὰ πέρασα;».
Μέχρι τὸ ἀπόγευμα εἶχα τέτοια ἀγαλλίαση, ποὺ δὲν ἔνιωθα τὴν ἀνάγκη νὰ ξεκουραστῶ. Τόσο δυνατὴ ἦταν ἡ κατάσταση αὐτή.
Ὅλη ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἔβλεπα θαμπά· ἴσα‐ἴσα ποὺ μποροῦσα νὰ κάνω τὴν δουλειά μου. Καὶ ἦταν καλοκαίρι· ὁ ἥλιος ἔλαμπε. Τὴν ἄλλη μέρα ἄρχισα νὰ βλέπω τὰ πράγματα φυσιολογικά. Ἔκανα τὸ ἴδιο τυπικό, ἀλλὰ δὲν ἔνιωθα πιὰ ἔτσι, σὰν ζῶο.
Μὲ τί χαζὰ πράγματα περνοῦμε τὸν καιρό μας καὶ τί χάνουμε! Γι’ αὐτό, ὅταν βλέπω μικρότητες, κακομοιριές, χαμένα πράγματα, πολὺ στενοχωριέμαι.
Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Η Γιορτή των Δακρύων του Θεού
Ο Χριστός είναι αληθινός Άνθρωπος και αληθινός Θεός. Ένα Πρόσωπο στο οποίο οι φύσεις είναι ενωμένες αμιγώς, αμετάβλητες, αδιαίρετες και αχώριστα.
Η Θεότητά Του είναι κρυμμένη στην άπειρη ταπεινότητα πίσω από την ανθρώπινη φύση, έτσι ώστε ο Χριστός να εργάζεται ανθρώπινα τη θεία και θεϊκά την ανθρώπινη. Η Θεϊκή Του φύση δεν μπορεί να φανεί από τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος θα πέθαινε από φόβο, από μεγαλείο και από τη χαρά με την οποία η καρδιά του θα έσπαγε το στήθος του από λαχτάρα. Είναι κρυμμένη από αγάπη στην εύθραυστη φύση του Σωτήρα, που πεινάει, διψάει, ιδρώνει, είναι κουρασμένος και κάνει όλα αυτά όπως εμείς και για εμάς, εκτός από την αμαρτία, αγαπώντας μας άπειρα. Οι άνθρωποι που έβλεπαν μόνο τον Θεό, όπως ο Μωυσής που είδε την πλάτη Του, ή όπως ο Ηλίας που Τον ένιωσε στο απαλό αεράκι, δεν μπορούσαν πλέον να πεθάνουν. Το ότι άλλαζαν, έτρεμαν από αγάπη, και ζούσαν μόνο για να θυμούνται εκείνη την υπέρτατη στιγμή φωτός.
Ο Χριστός αλλάζει το Πρόσωπό Του, δείχνοντας στους τρεις Μαθητές τη θεϊκή Του δόξα. Οι καρδιές τους σπάνε σε κλάματα και οι ζωές τους αλλάζουν οριστικά, όπως όλων των Αγίων που είδαν το φως της φωτιάς να προσεύχεται στις καρδιές τους. Κάθε ανάσα τους γίνεται ένας αναστεναγμός, σαν ένα άρωμα ανεξιχνίαστης λαχτάρας για το πρόσωπο του Θεού. Οι Άγιοι που είδαν τον Θεό να καίγεται σαν ολοκαύτωμα στις καρδιές τους, και θεώρησαν όλα τα πλούτη αυτού του σάπιου κόσμου σκουπίδια, και άφησαν πίσω τους πλούτο, και καταγωγή, και θέσεις, και οικογένεια, φεύγοντας να χαθούν στη λαχτάρα, για μια ακόμη στιγμή στο φως του Προσώπου του Χριστού. Για αυτούς, όλα έγιναν τίποτα. Ερωτεύτηκαν τον Θεό και κάθε ανάσα που ανέπνεαν ήταν ένας ψίθυρος θεϊκής επιθυμίας. Έγιναν φλεγόμενες πυρές στις οποίες έκαιγε η Χάρη Του, σβήνοντάς τους.
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ο Ήλιος της δικαιοσύνης και το πρόσωπό Του γίνεται σαν φως, ώστε οι Μαθητές να μην δουν τα δάκρυά Του της άπειρης αγάπης. Ο Μωυσής και ο Ηλίας, ο Νόμος και οι Προφήτες, το Σινά και το Χωρήβ, τα ιερά βουνά της ανθρωπότητας λατρεύουν το ατελείωτο Όρος: τον Υιό του Θεού.
Η Μεταμόρφωση είναι το σημείο αναφοράς, η απόδειξη, το πρότυπο, μέσα από το οποίο πρέπει να κοιτάμε και να επιθυμούμε τον Θεό. Πρέπει να αναζητούμε το φωτεινό Πρόσωπό Του, να ερωτευτούμε την καρδιά Του που τρυπιέται για εμάς, να λαχταράμε την παρουσία Του.
Οι άνθρωποι που Τον έβλεπαν στην προσευχή αντανακλούσαν στα μάτια Του και δεν υπήρχε τίποτα στον ουρανό ή στη γη πιο πολύτιμο από την αγάπη Του. Και έτσι έγιναν Άγιοι.
Ένας ασκητής μοναχός βυθίστηκε σε ένα δάσος κοντά στο μοναστήρι και εκεί ένα πουλί του Παραδείσου, ασύγκριτα όμορφο, του τραγούδησε τόσο υπέροχα που έλιωσε από θαυμασμό για το μεγαλείο του. Και μετά από μια ώρα, επέστρεψε στο Σκήτη και είδε έναν μεγάλο πύργο μπροστά του, και τα τείχη άλλαξαν. Και ρώτησε και κανείς δεν τον γνώριζε πια. Όταν ο ηγούμενος έκανε ερωτήσεις, είδαν ότι είχαν περάσει 200 ​​χρόνια από τότε που ένας Άγιος με το όνομά του είχε φύγει, εξαφανιζόμενος στο δάσος. 200 χρόνια καθόταν ακούγοντας το πουλί του Παραδείσου και του φάνηκε μόνο μια ώρα. Και καθώς ένας τεράστιος άνεμος σήκωσε, οι μοναχοί είδαν πώς ο γέρος μετατράπηκε σε σκόνη. Και κοιμήθηκε στα χέρια του Θεού.
Αυτό το φως, αυτή η ευωδία, αυτή η απέραντη λαχτάρα είναι αυτά που αστράφτουν στην ιστορία μέσω της προσευχής. Η Μεταμόρφωση του Χριστού είναι στην πραγματικότητα η Αλήθεια της ύπαρξης και της δόξας Του, η απόδειξη της Θεότητάς Του, η προφητεία της Θυσίας Του και η αρχή της ύπαρξής μας στο φως, μέσω της Χάρης του Θεού.
Πατήρ Ιωάννης Ιστρατι.
ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

ΥΠΕΡΑΝΩ ΤΩΝ ΝΕΦΕΛΩΝ
Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως συνέπεσε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Κατουνάκια, ἕνα βραχῶδες ὁροπέδιον, ἐπάνω ἀπὸ τὸ Καροῦλι, τὸ περιβόητον ἀκρωτήριον τοῦ Ἄθωνος, εἰς τοὺς πρόποδας ἀκριβῶς τοῦ ἱεροῦ βουνοῦ, φιλοξενούμενος εἰς τὴν Καλύβην τοῦ γνωστοῦ ἐρημίτου Δανιὴλ τοῦ Σμυρναίου, γέροντος ἐκ τῶν μᾶλλον τιμωμένων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει διὰ τὴν διάκρισιν αὐτοῦ καὶ τὸν ἀσκητικὸν βίον.
Τὰ Κατουνάκια εἶναι τὸ ἐρημικώτατον μέρος τοῦ Ἄθωνος, ἡ Ἔρημος, ὡς ἀποκαλεῖται κοινῶς, μακρὰν τῶν κέντρων καὶ τῶν συγκοινωνιῶν, ἔνθα ἀπεσύρθησαν οἰκοῦντες εἰς σπηλαιώδεις καλύβας, ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ κελλία, οἱ ἡσυχασταί του Ἄθωνος, οἱ ποθοῦντες τὴν ἄκραν ἡσυχίαν, ἵνα ἀποκτήσωσι τὴν ἀπαιτούμενην ἀπὸ τῶν παθῶν κάθαρσιν, τὴν τόσο ὑμνουμένην ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, διδάσκοντος ἀξιωμάτικῶς: «ἡσυχία, ἀρχὴ καθάρσεως...»
Τὸ μέρος εἶνε εἰς ἄκρον ὑγιεινὸν διὰ τὴν ἁγνὴν δροσιὰν του, ἄλλην μὲν ἀναβαίνουσαν ἀπὸ τοῦ πελάγους, γεμάτην ἀπὸ ἰώδειον, ἄλλην δὲ καταβαίνουσαν ἀπὸ τῆς κορυφῆς τοῦ Ἄθωνος, γεμάτην ἀπὸ ἀπεσταγμένην κυριολεκτικῶς δροσιάν, κατερχομένην ἀπὸ τῶν αἰθερίων.
Τὴν πρωΐαν μετὰ τὴν Ὀρθρινὴν Ἀκολουθίαν καθὼς καὶ εἰς τὰ εὔμορφα δειλινά, ὁ γέρων Δανιὴλ μὲ τοὺς δύο ὑποτακτικούς του κατεγίνετο εἰς τὴν ζωγραφικήν, ἢ εἶχεν ἐπίσκέπτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέλιπον, ζητοῦντες τὰς συμβουλὰς του• ἐγὼ δὲ ρεμβάζων εἰς τὸ γαλήνιον ἐκεῖνο ὕψος ἔβλεπον καθ'ἑκάστην τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ὅπου εἶνε κτισμένος ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως, τὸν ὁποῖον ἔβλεπον ὡσὰν ἕνα μνημοῦρι μικρούτσικον.
—Ὅστις δὲν ηὐτύχησε νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν Ἄθωνα, μοῦ ἔλεγε καμμιὰ φορὰ ὁ γέρων Δανιήλ, τὴν ἡμέραν τῆς Μεταμορφώσεως, νὰ συμπροσευχηθῇ μετὰ τῶν ἀσκητῶν καὶ ἐρημιτῶν ἐν μὲσῳ τῶν νεφῶν ὑπὸ τὰς ὀφιοειδεῖς ἀναλάμψεις τῶν ἀστραπῶν, πρηνὴς ὡς οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν, ἐν τῇ θείᾳ τοῦ Θαβωρίου λάμψει, μέσα εἰς τοὺς κρυεροὺς κρότους τῶν κεραυνῶν, δὲν δύναται νὰ ἀναπαραστήσῃ μὲ τὴν φαντασίαν του, πόσον ἄρρητον, πόσον ἀπερίγραπτον, πόσον ἐξαίσιον, πόσον οὐράνιον ὄντως, εἶνε τὸ θέαμα μιᾶς ἀγρυπνίας τελουμένης ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ἐν τῷ ναΐσκῳ τῆς θείας τοῦ Σωτῆρος Μεταμορφώσεως...
— «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ Ὄρος Κυρίου...» Μοῦ λέγει τὴν πρωΐαν τῆς παραμονῆς τῆς λαμπρᾶς πανηγύρεως, ἕνας γείτονάς μας ἐρημίτης, θὰ εὐχαριστηθῆς πολύ, πάρα πολύ. Νά, κύτταξε ἐκεῖ ἐπάνω.
Φαίνεται ὄντως ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως. Εἶνε πανάρχαιος, χτισμένος ἐπάνω ἀκριβῶς εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ἐπὶ τῆς στακτερᾶς πέτρας. Φαίνεται ὡσὰν ἕνα σύννεφον ἀπὸ τὴν Λαύραν, σκοῦφος Ἅγιαννανίτικος ἀπὸ τῶν μακρυνωτέρων τῆς Χερσονήσου Μονῶν. Τὰ περὶ αὐτοῦ ἀδόμενα ὑπὸ τῶν μοναχῶν περιλάλητα, τὰ ὁποῖα ἀπίστευτα καθιστῶσιν αἱ ζωηραὶ διηγήσεις τῶν ὀλίγων τολμηρῶν, ὁποῦ ηὐτύχησαν νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἀνέκφραστον αὐτὴν ἡδονήν, ὅλα τὰ μυθοπλαστούμενα ἐκεῖνα, ὅτι ὁ ναΐσκος εἶνε τόσον μικρὸς ὡσὰν τὸ φανάρι τῆς Τραπέζης τοῦ Ρωσικοῦ, ἐν ὧ φυλάσσονται τὰ ἀπομεινάρια τοῦ δείπνου, ὅτι αἱ εἰκόνες του εἶναι κατάμαυροι, ἀπὸ μπροῦντζον, ὅτι ὁ θόλος του εἶνε κατατρυπημένος ἀπὸ τοὺς κεραυνούς, καὶ ὅτὶ οἱ τοῖχοι καὶ τὸ δάπεδον κατακαυμένα ἀπὸ τὰς ἀστραπάς, καὶ ὅτὶ σῴζεται ἀκόμη ὁ σκελετὸς τοῦ δυστυχοῦς Διάκου, ὅστις ἐκεραυνώθη μίαν χρονιάν, κατὰ τὴν πανήγυριν, ἐμπρὸς εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην, ἐνῷ ἒλέγε τὰ Εἰρηνικά... ὅλαι αὐταὶ αἱ τρομεραὶ περιγραφαί, αἱ ὁποῖαι ποικίλλονται ἀναλόγως τῆς φαντασίας ἢ στωμυλίας τῶν αὐτοπτῶν γενομένων, ἢ παρ' ἄλλων αὐτοπτῶν ἀκουσάντων, θὰ ἴδῃ ὅτι εἶνε ἀληθιναὶ καὶ ὄντως ἱστορικαί, ὅταν ἀποφασίση κανείς, μίαν εὐδίαν τοῦ θέρους αὐγήν, ὅτε δὲν εἶνε κανεὶς κίνδυνος θυέλλης, ν' ἀναβῇ εἰς τὴν ὑπερνεφῆ αὐτὴν κορυφήν, ἥτις εἶνε τὸ θέατρον δύο ἀντιθέτων πραγμάτων, δύο ἐναντίων ὁράσεων καὶ θεαμάτων, κέντρον ἐξ ἑνὸς καὶ ὀμφαλὸς οὐρανίου ὄντως καλωσύνης καὶ εὐδίας ἄνω μιᾶς ἀπεράντου γαλανῆς ὀθόνης, ἁπλουμένης ἀπὸ Δαρδανελλίων μέχρι Σμύρνης καὶ Σάμου, καὶ ἐξ ἄλλου ὑπέροφρυ ἐργοστάσιον τερατουργῶν κεραυνῶν, ἐν θυέλλῃ καὶ ζόφῳ, ὡς ἐν Σιναὶῳ τὸ πάλαι, ὑπὸ τὰς λάμψεις τὰς ὑπερφιάλους τῶν ἀστραπῶν, ὅτε Ἄθως καὶ ναὸς καὶ προσκυνηταὶ ἀπόλλυνται εἰς τὰ νέφη μὲ ὅλον τὸν περίγειον κόσμον, στοιχεῖον ἒκφυλον, σπαραγμὸς τῶν ἄλλων τῆς Δημιουργίας λυσσαλέων στοιχείων ὅταν εἰς τὸ ἐλάχιστον τοῦ καιροῦ σκανδάλισμα ἔρχωνται ἀπὸ τὸν τετραπέρατον κόσμον αἱ νεφέλαις νὰ καθήσωσιν εἰς τὴν ἀγαπημένην των φωλεάν...
Ἡ κορυφὴ καὶ ὁ ναΐσκος τοῦ Ἄθωνος ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῆς Μονῆς τῆς Λαύρας ὡς ἰδιοκτησία της ἀναφαίρετος, ἥτις ἀποστέλλει κατ' ἔτος τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς ἐφημέριον μετὰ διακόνου καὶ ψάλτου πρὸς ἐπιτέλεσίν της ἀγρυπνίας, τοὺς ὁποίους συνοδεύουν καὶ οἱ εὐάριθμοι ἐκεῖνοι προσκυνηταί, οἵτινες ἀψηφοῦντες τὸν κίνδυνον τοῦ κεραυνοῦ ἀναβαίνουσι νὰ ἑορτάσουν τὴν Μεταμόρφωσιν ὑψηλὰ ἐκεῖ, οἱ μὲν ἐξ ἁπλῆς περιεργείας ὁδοιπόρων, οἱ δὲ ἐξ εὐλαβείας, ἀββάδες ἐνάρετοι, ποθοῦντες νὰ ψαύσωσι σχεδόν, ἐκεῖ ἐπάνω, τὴν ὑπέρφωτον τοῦ Θαβωρίου δόξαν...
— Καὶ ὅσοι δὲν ἀναίβουν, μετανοοῦν, μοῦ ἐλεγεν ἕνα γεροντάκι εἰς τὰς Καρυάς, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς, καὶ ὅσοὶ ἀναίβουν, πάλιν μετανοοῦν.
Οἱ μὲν διότι δὲν ἠσθάνθησαν τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ ἀρρήτου θεάματος, οἱ δὲ διότι τὴν ἔχασαν τόσον ὀγλήγορα.
Εἰς τὴν Κερασιάν, λοιπόν, συνεκεντρώθημεν οἱ εὐάριθμοι προσκυνηταὶ τὴν παραμονὴν τῆς ἁγίας ἡμέρας. Εἶνε δὲ ἡ Κερασιὰ κατάρρυτον καὶ χλοερὸν ὀροπέδιον εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ Ἄθωνος, ἢ ἂν τὸν Ἄθωνα τὸν παραστήσης ὡς λευκογένειον καὶ λευκόμαλλον ἀσκητήν, σταυροπόδι καθήμενον, εἰς τοὺς κόλπους αὐτοῦ, ὅπου δύο μόνον τοῦ ἔτους ὧραι ὑπάρχουσιν, ἄνοιξις καὶ χειμών, καὶ ὅπου καὶ τὸν Ἰούλιον ἀκόμη ἀνθίζουσιν ἡ ἀγριαμπελιαίς, καὶ ἡ πόα πρασινίζει, πυκνὴ καὶ βαθεῖα, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέρπει μὲ χάριν ὡς γλάστρα βασιλικοῦ, τὸ χιώτικο Κάθισμα τοῦ παπᾶ - Ἱεροθέου μὲ τοὺς τέσσαρας ὑποτακτικοὺς ἱερεῖς του, οἵτινες ὅλοι ἀλάδωτοι ἀκούονται, ὡς μὴ τρώγοντες οὐδέποτε, καὶ τὸ Πάσχα ἀκόμη, ἔλαιον, ἀντὶ δὲ κόκκινων αὐγῶν μεταχειριζόμενοι βρασταὶς πατάταις... Ἀφ' οὗ ἐσταθμεύσαμεν ὀλίγον εἰς τὸ οὐρανοκρέμαστρον Κάθισμα τοῦτο, μεγάλον ὡς μίαν μικρὰν Μονήν, πέριξ τοῦ ὁποίου εὐωδιάζουν τὰ καζανάκια, δι’ ὧν ἀποστάζουσιν ἐκ τῶν διαφόρων ἰαματικῶν βοτανῶν τὰ σπάνια ἁγιορείτικα μυρέλαια οἱ ἐδῶ κ' ἐκεῖ διαιτώμενοι ἀσκηταί, μέλισσαι ἱεραὶ ἐπάνω εἰς τῆς ἀρετῆς τὰ ἄνθη, ἠρχίσαμεν τὴν ἀνάβασιν εἰς τὸν Ἄθωνα. Ὅλοι φέρομεν κατ' ἀρχαίαν συνήθειαν ἀπὸ ἕνα ξύλον, χονδρὴν ράβδον, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ἐπάνω διὰ τὴν νυκτερινὴν πυρὰν κατὰ τοῦ ψύχους. Μεταξύ μας ὑπάρχουν καί τινες νεαροὶ ρῶσοι μοναχοί, ἐνθουσιώδεις ἀνιχνευταὶ ὄχι τόσον τοῦ ὑπερφυσικοῦ μεγαλείου τοῦ θεάματος, οὐδὲ ἐξ εὐλαβείας μετεωριζόμενοι ἐκεῖ ἐπάνω, ὅσον ἐκ φιλαργυρίας ὠθούμενοι πρὸς τὴν ἐπικίνδυνον κορυφήν, νὰ συνάξουν ἀμάραντα τὰ εὔμορφα λευκοπόρφυρα τῆς πετρώδους κορυφῆς ὁποῦ ποτὲ δὲν μαραίνονται, ἀνθύλλια, τὰ ὁποῖα περιδένοντες εἰς μικρὰ μπουκετάκια ἀποστέλλουσιν εἰς Ρωσίαν, εὐσεβῆ ἀνάμνησιν τοῦ τόσον τιμωμένου ἐν τῇ ἀχανεῖ ὁμοδόξῳ χώρᾳ ἁγίου βουνοῦ.
Ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, ἕνας παχὺς καὶ κοντὸς ἐφημέριος Λαυριώτης, πολὺν χρόνον διατρίψας εἰς τὸ Μετόχι τῆς Λαύρας ἐν Ὕδρᾳ, καὶ ἄρτι ἐπανελθὼν εἰς τὴν Μονήν του, εἶνε ὅλος χαρά, διότι μετὰ τόσον καιρὸν ἐν τῷ κόσμῳ ἠξιώθη πάλιν νὰ ἀπολαύσῃ τὴν ἐρημικὴν τῆς Μετανοίας του ἡσυχίαν, μηδὲν ἀποκομίσας ἐκ τῶν ἐγκοσμίων μεριμνῶν του ἤ ὀλίγα ἀρβανίτικα, τὰ ὁποῖα σπείρει ἐδῶ κ’ ἐκεῖ ὡς κουκκία μισιριώτικα, μικρὰ καὶ γλυκά, εἰς τοὺς ἀγόνους τῆς Κορυφῆς βράχους, πολὺ ὁμοιάζοντας πρὸς τὰς φαιὰς πέτρας τῆς ἐνδόξου νήσου, διαχέων οὕτω ἱκανὴν θυμηδίαν, εἰς τὴν εὐλαβῆ συνοδίαν μας, καὶ διαλύων πᾶσαν ὁμίχλην δειλίας ἀπὸ τῶν καρδιῶν μας, ὅταν μάλιστα προσαγορεύων ἀρβανίτικα τοὺς ρώσους λαμβάνῃ ρωσιστὶ τὰς ἀπαντήσεις.
Εἰσήλθομεν ἤδη, ἀναβαίνοντες, εἰς πυκνὸν δρυμὸν ἐκ δρυῶν καὶ καστανεῶν αἰωνοβίων, ὑπὸ τοὺς κλώνους τῶν ὁποίων αἰσθανόμεθα τὴν δρόσον τοῦ θέρους ὡς ἀναφρικίασιν χειμερινοῦ ψύχους, ἐν ὧ ἐξ ἄλλου κατάξηροι καὶ κατάμαυροι κορμοὶ ἐξ αὐτῶν δηλοποιοῦσιν ὅτι τόσον πλησίον μας ἐξερράγησάν ποτε κεραυνοί, οἵτινες ἀπηνθράκωσαν τὰ ὑπερήφανα δένδρα, τὰ ὁποῖα ὑπερηφάνως ἀκόμη, ὡς νὰ μὴ ἐπτοήθησαν ποτέ, ἀνατείνουσι τὸν ἄφυλλον καὶ μαῦρον κορμὸν των, μὲ δύο ξηροὺς κλώνους δεξιὰ καὶ ἀριστερά, οἵτινες ἀπέμειναν ὡς ἀπανθρακωθεῖσαι χεῖρες ἐρημίτου, κεραυνοβοληθέντος ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς προσευχῆς διὰ τὸν γαῦρον φαρισαϊσμόν του, ἴσως, ὅτε κατὰ τὰς θυελλώδεις ἰδίως νύκτας, ἀληθεῖς μάχαι γιγάντων καὶ τιτάνων συνάπτονται μέσα εἰς τὰς ἀνηλίους φάραγγας ἐκείνας. Καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Παναΐτσαν, Κάθισμα τῆς Λαύρας εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, ἐξεπεζεύσαμεν νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον καὶ νὰ δειπνήσωμεν ἀπὸ τὴν τράπεζαν, τὴν ὁποίαν προφθάσας εἶχε προετοιμάσει ὁ Κελλάρης τῆς Λαύρας, πλουσιοπάροχον διὰ τοὺς προσκυνητάς.
— Χάνι-μίρ, εἶπεν ἀρβανίτικα προκαθίσας ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, θαρρῶν ὅτι εὑρίσκεται ἐν Ὕδρᾳ ἀκόμη, ἐ-πίνι-μίρ! (φᾶτε καλὰ καὶ πιῆτε καλά) θωπεύων δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸν πυρρόχρουν πώγωνά του, καὶ προσφέρων εἰς ἡμᾶς ἄρτον καὶ ὕδωρ καὶ ὀπώρας διὰ τὴν νηστείαν τῆς παραμονῆς.
Ὅλων οἱ ὀφθαλμοί, ἐν ὧ ἐτρώγαμεν, ἦσαν ἐστραμμένοι πρὸς τὴν κορυφὴν διότι τὸν Αὔγουστον δὲν εἶνε σπάνιον πρᾶγμα ἡ ἀλλαγὴ τοῦ καιροῦ αἴφνης, ἡ δὲ καρδιά μας ἔτρεμεν ἀπὸ μέλλοντα φόβον, τὸν ὁποῖον εἰς μάτην προσεπάθει ν' ἀπομακρύνῃ ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς λευίτης μὲ τὰ μονόλεξα ἀρβανίτικά του, ἐπαναλαμβάνων συχνά, διὰ τὴν ὄρεξιν:
— Χάνι-μίρ, ἐ-πίνι-μίρ!
Ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τὸν νεαρὸν ρῶσον Παλάμωνα, τὸν Προφητηλιάτην, τοῦ ὁποίου, ἀστειευόμενος, παρέφθειρε τὸ ὄνομα, ἐπὶ τὸ ὑδραϊκὸν τάχα, εἰς Μπαμπ-Λένο (θεία Ἑλένη) ὅπως ἐκαλεῖτο ἡ κανδηλανάπτρια τοῦ ὑδραϊκοῦ Μετοχίου, εἶπε γελῶν:
— Πίνι-μίρ, Μπάμπ-Λένο!
— Νού, Μπάμπ-Λένο!. διέκοψε πειραχθεὶς ὁ ρῶσος ἀσκητής. Σκουσένιε! Παλάμων! Καὶ ἐπανελάμβανε: Παλάμων! Παλάμων! Σκουσένιε!...
Μέχρι τῆς κορυφῆς ἦτο μιᾶς ὥρας περίπου ἀκόμη ἐπὶ τοῦ βράχου ὁδός. Ὁ καιρὸς ἦτο εὐδιώτατος, ἕν ἐκ τῶν σπανιωτάτων δειλινῶν, ἡ δὲ κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος γελαστὴ ὡς ἡ κεφαλὴ τοῦ γέροντος πάππου ἐν τῇ εὐδαιμονίᾳ τῶν μικρῶν ἐγγόνων του, ἐχάνετο εἰς τὸν γαλανὸν ὁρίζοντα. Κάτω πρὸς τὴν βαραθρώδη ἀκτὴν κοιμώμενον τὸ Αἰγαῖον, ὡς κῆτος ξενερισμένον ἀπὸ τὴν ζέστην, ἥπλωνε τὴν οὐράν του ἀτάραχον πρὸς τὸν Ἀκράθω τὸν φοβερόν, τὸν ὁποῖον ἡδέως ἐθώπευε πρὸς μεγάλην χαρὰν τῶν ρώσων ἀσκητῶν ἐκεῖ, οἵτινες καταβάντες ἀπὸ τὸ βραχόσπιτον Καροῦλι, ὅπου ἀσκητεύουν εἰς μίαν κάτω σπηλαιάν, ἡτοίμαζον τὴν βαρκίτσαν των, ἡ ὁποία ὡς σαβουρόκοφα ἐκρέματο ὑψηλὰ ἀπὸ μίαν πέτραν, διὰ νὰ ψαρεύσουν μὲ δυναμίτιδα.
Ἡ γαλανή του Αἰγαίου σινδών, ἀπὸ τὸν πολὺν καύσωνα, εἰς ὁμίχλην μετεβάλλετο πέραν πρὸς τὴν Λῆμνον καὶ τὸν Ἅη-Στράτην, τὸ δὲ ἀτμόπλοιον τοῦ Κουρτζῆ, τὸ ὁποῖον τὴν ὥραν ἐκείνην κατέβαινεν ἀπὸ τὰ Δαρδανέλλια ὡς μαύρη πελαγίσια πάπια μᾶς ἐφαίνετο. Καὶ ἐπειδὴ ὁ γοερὸς χαιρετισμὸς διὰ τῆς μηχανῆς του δὲν θὰ ἔφθανεν ἕως ἐκεῖ ἐπάνω, οὐδὲ ἡ σημασία του ἦτο ὁρατὴ νὰ τὴν ἀναιβάζῃ καὶ καταιβάζη, ἐχαιρέτιζε μὲ καπνὸν κατάμαυρον, παρερχόμενον γιαλό-γιαλό...
Ἡ Παναΐτσα εἶνε ναΐσκος μετὰ τινων κελλίων, σταθμὸς διὰ νὰ ξαλλάζουν οἱ ὁδοιπόροι, καὶ νὰ διανυκτερεύουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν αὐγήν, ὅταν ἴδουν πλέον τὸν οὐρανὸν καθαρὸν καὶ ξάστερον, ἀναβαίνουν χωρὶς φόβον. Ὅλον τὸν χειμῶνα ἡ Παναΐτσα εἰνε σκεπασμένη ἀπὸ τὰς χιόνας, καὶ οὔτε φαίνεται.
Ἄλλοτε οἱ ἀγωγιάται ἄφινον ἐδῶ τοὺς ἡμιόνους των, καὶ οἱ προσκυνηταὶ πεζοὶ ἀνέβαινον τὴν ἄβατον πέτραν. Διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα μονοπάτι ἐπικίνδυνον πολὺ μόνον ὑπάρχει, ὅπου ἀπὸ ἕνας ἕνας προχωροῦν μετὰ φόβου καὶ τρόμου. Ἀλλ' ἐσχάτως δι' ἐξόδων του Ἰωακεὶμ ὁ Γ' κατέστησε βατὴν ἕως ἐπάνω τὴν ὁδόν, ὁποῦ ἀνέτως ἀλλ' οὐχὶ ἄνευ φόβου διὰ τὸ ἄναντες καὶ ὀλισθηρὸν τοῦ βράχου, ἀνέρχονται οἱ προσκυνηταί. Φαντασθῆτε μίαν τεφράν, ξηρὰν καὶ ἄθαμνον κωνικὴν πέτραν, βασιζομένην ἐπὶ τῆς Παναΐτσας. Ἡ κορυφὴ τῆς πέτρας αὐτῆς, εἶνε τοῦ Ἄθωνος ἡ κορυφή.
Ἡ ἀνάβασις.—Ἐξαίσιον τὸ θέαμα.—Ὁ Ναΐσκος.—Ἡ ἀγρυπνία.—Ἡ φωταψία τῆς Λιτῆς.—Ἡ αὐγή.—Ἀπερίγραπτος ὀπτασία.—Ἀνατολή τοῦ ἡλίου ὑπὸ τοὺς πόδας μας.—Αἰφνιδιαστική ὑπεράνω τῶν νεφελῶν ἀνύψωσις.— Ἐπάνοδος εἰς τὴν Παναΐτσαν.—Ἕνα πανηγυρικώτατον γεῦμα.—Ὁ Ρῶσος μὲ τὰ ἀμάραντα.
Νὶ-ρὲ-σόχ! Ἕνα σύννεφο! ἀνεκραύγασεν ὁ παπᾶ-Βίκτωρ αἴφνης ἐπτοημένος, ὅτε ἐξεκινήσαμεν μετὰ τὴν ξηροφαγίαν, διὰ τὴν κορυφήν.
Τρόμος ἐνέπεσε πάραυτα εἰς πάντας, φοβηθέντας θύελλαν.
— Ἆ! Μπάμπ-Λένο! Σκουσένιε! ὑπέλαβε τότε γελῶν ὁ Λευΐτης ἀρβανίτικα καὶ ρωσικὰ ἀναμίξας, ὅστις ἠστεΐζετο ὄχι τόσον διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ἄλλους, ὅσον διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἑαυτόν του, ξεσυνειθίσας τὸν τραχὺν καὶ ἄβατον Ἄθωνα ἀπὸ τὴν έν τῷ κόσμῳ μαλθακὴν διατριβήν.
— Νού, Μπάμπ-Λένο! διέκοψε πάλιν ὁ Παλάμων ἐπαναλαμβάνων μετ' ἐπιμονῆς:
— Παλάμων, Σκουσένιε! Παλάμων, Σκουσένιε!...
Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κορυφὴν τέλος μὲ τὴν ὥραν μας. Ὁ παπᾶ-Βίκτωρ ἔβαλεν εὐλογητὸν ἀμέσως, γοργά-γοργά, ἡμεῖς δ’ οἱ ἄλλοι σωρεύσαντες. τὰς ράβδους μας ἠνάψαμεν πυράν, διότι τὸ ψῦχος ἦτο ἐπαισθητὸν ἐκεῖ ἐπάνω. Κ' ἐν ὧ οἱ ψάλται ἐψαλλον τὰ «Ἀνοιξαντάρια», ὁ Παλάμων ἑτοιμάσας τὸ τσαγερό του ἔθεσεν εἰς τὴν πυρὰν συμμαζευόμενος μέσα εἰς τὸ πλατὺ ράσον του καὶ ψιθυρίζων:
— Κρύο, σφηνιά! Ἀτόνα, κρύο πολύ! Ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως εἶνε μικρός, μόλις δυνάμενος νὰ περιλάβη δεκάδα προσκυνητῶν, οἵτινες διανυκτερεύουσιν ἐν ὑπαίθρῳ, ἐν τῇ λειανθείσῃ πέτρᾳ, ὅπου ἠμποροῦν νὰ χωρέσουν, ἕως διακόσιοι ἄνθρωποι.
Ἡ ἀγρυπνία ἔπροχώρει γοργὰ πάντοτε, ὥστε ὄρθρου βαθέος εἶχεν ἀρχίσει ἡ Λειτουργία διὰ τὸν φόβον πάντοτε τῆς μεταβολῆς τοῦ καιροῦ, τὸν ὁποῖον κίνδυνον ζωηρῶς ἐξεικόνιζον αἱ μαυρισμέναι μπρούντζιναι εἰκόνες καὶ αἱ σχισμάδες τοῦ ναΐσκου, οὗ ὁ θόλος καὶ οἱ τοῖχοι κατατρυπημένοι φαίνονται. Ἀνέκφραστον ὅμως καὶ ἀπερίγραπτον ἦτο τὸ θέαμα τὰ μεσάνυκτα, ὅτε ψαλλομένης τῆς Λιτῆς ἐφωτίσθη ἡ κορυφὴ ἐκείνη ἡ πέτρινος ἀπὸ τὰς λαμπάδας τῶν μοναχῶν καὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων.
Ἐθαρροῦμεν ὅτι ἐπὶ φωτεινῆς νεφέλης, ὡς ἐπὶ ἀεροστάτου καίοντος, ἤρθημεν ἐκεῖ ἐπάνω, ὁπόθεν ὡς μαῦρον μέγα θωρηκτὸν ἀπέραντον ἐφαίνετο ὅλη ἡ Χερσόνησος μὲ τὰ φαναράκια τῶν κοιτώνων καὶ τοὺς φανοὺς τοῦ πλοῦ, ὡς ὡμοίαζον τὰ φῶτα τῶν ἀσκητηρίων τῶν ἀγρυπνούντων μοναχῶν τὴν ἱερὰν αὐτὴν τῆς Μεταμορφώσεως νύκτα, καὶ οἱ πυρσοὶ τῶν μονῶν• ἡμεῖς δὲ εἴχομεν ἀνέλθει εἰς τὸ κορζέτο ὡς μοὶ ἐφαίνετο, τοῦ τεραστίου ἱστοῦ. Ὅτε δὲ ὁ παπᾶ-Βίκτωρ βαστάζων τὴν μπρούντζινην εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως ἐξῆλθε λιτανεύων καὶ ψάλλων μὲ τὴν πανηγυρικὴν φωνήν του:
«Τὸ ἄσχετόν τῆς σῆς φωτοχυσίας θεασάμενοι τῶν Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι ἐπὶ τοῦ ὄρους τῆς Μεταμορφώσεώς σου, Ἄναρχε Χριστέ, τὴν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν...», ὢ τότε ἐκστατικῶς ἠλλοιώθημεν ὅλοι, ἐπὶ τῆς ἀπροσίτου ἐκείνης κορυφῆς, καὶ πρηνεῖς ὅλοι κατεπέσαμεν ἐπὶ τοῦ πετρίνου ἐδάφους, ζωντανὴν παριστάνοντες τὴν εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, ἀνελθόντες ἄλλους, καὶ ἄλλους τόσους ἀκόμη πόδας ὑψηλότερά του Ἄθωνος διὰ τῆς ἐπαρθείσης ἡμῶν φαντασίας, καὶ προσεγγίζοντες ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνεκλάλητος καὶ ἀνέσπερος φωτοχυσία, δι' ἥν οἱ μάρτυρες ἔχυνον τὸ αἷμα των, καὶ οἱ ὅσιοι ἐκακουχοῦντο ἐξαϋλοῦντες διὰ τῶν ἀλγηδόνων τὴν γηΐνην σάρκα. Τὸ δέος τὸ ἀπὸ τῆς αἰφνίδιας μεταλλαγῆς τοῦ καιροῦ συνέχον τὰς καρδίας πάντοτε ὅλων μας καθίστα συγκινητικωτέραν τὴν ἱερὰν σκηνογραφίαν, τὴν ἔλλαμψιν δὲ τῆς χαρᾶς ὡς μισθὸν τοῦ τόσου κόπου ἀπελαύσαμεν, ὅτε γοργὰ-γοργὰ ἐτελείωσε καὶ ἡ θεία Λειτουργία ἐν χαρμοσὺνῳ εὐδίᾳ, καὶ παρέστημεν τότε ἐνώπιον ὑπερτάτου θεάματος, τοῦ ὁποίου τὸ μεγαλεῖον ἀδύνατον νὰ μεταδοθῇ εἴτε διὰ λόγου εἴτε διὰ περιγραφῶν. Ὅλη ἡ Χερσόνησος ἐκτείνεται ἤδη ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν μακρὰ καὶ στενή. Ἐνώπιόν μας ἔχομεν τὰς ἀκτὰς καὶ τοὺς ὅρμους της, αἱ δὲ Μοναὶ καὶ αἱ Σκῆται καὶ αἱ Καλύβαι ὅλαι ἐν γραφικωτάτῃ εἰκόνι παρίστανται ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας.
Καὶ ἐν ὧ ὡς φωλεὰς μόλις διακρίνομεν τὰ παμμέγιστα τοῦ Ρωσικοῦ κτίρια, πέραν ἐκεῖ ἀσημένιοι ὄφεις ἑλίσσονται μαρμαίροντες εἰς τὰς πρώτας τῆς ἡμέρας ἀνταύγειας, τῆς Μακεδονίας οἱ ποταμοί. Καὶ ἰδοὺ καταγάλανος ἀνοίγεται ἐδῶ ὁ Ἑλλήσποντος, ἐν ὧ ἐκεῖθεν νῆσοι καὶ ἀκταὶ ἔρχονται νὰ ἐπακκουμβήσωσι κάτω εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ Ἄθωνος, ὅστις ἀπαστράπτει μὲ τὸ εὔδιον πρόσωπόν του. Πολλοὶ διατείνονται ὅτι μὲ τὰς διόπτρας δύνανται νὰ διακρίνουν καὶ τὸ Ἑπταπύργιον ἀκόμη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοὺς μιναρέδες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Οἱ ἀναβάντες ἀσκηταὶ φαιδροὶ ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, φαιδροὶ καὶ ἀπὸ τῆς γαλανῆς ἡμέρας ἔσπευδον νὰ κατέλθουν ἀμέσως εἰς τὴν Παναΐτσαν, ὅπου ὁ Κελλάρης θὰ εἶχε σήμερον πλουσιωτάτην τράπεζαν ἐκ καλῶν ἰχθύων, ὀρφῶν καὶ συναγρίδων, ἀλλ' ἡμεῖς ἐμείναμεν μέχρι τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, ἵνα ἀπολαύσωμεν ἔτι μᾶλλον τὸ ἀχόρταστον πανόραμα μιᾶς ὑπερνεφοῦς κυριαρχίας ἐκεῖ ἐπάνω, ὅπου ὁ ἥλιος μᾶς ἐφάνη ὅτι ἀνέτελλεν ὑπὸ τὸ ὑποπόδιόν μας, καὶ ὅπου ἔξαλλοι μετ' ὀλίγον εἴδομεν νὰ σχηματισθῶσιν ἀπὸ τοῦ καύσωνος νεφέλαι πολὺ κάτω τῆς κορυφῆς, καλύψασαι τὴν Παναΐτσαν καὶ τὰς ἄλλας Μονάς, τοῦ Διονυσίου καὶ Ἁγίου Παύλου, ὅτε ἠσθάνθημεν πραγματικὴν ἔξαρσιν, ἀπὸ τῶν γηΐνῶν ὑπεραρθέντες αἴφνης ὑπεράνω τῶν νεφελῶν.
Καὶ ὅτε πλέον ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς εὐδίας, ἥτις ἀκτινοβολεῖ γύρω μας ὡς ἀδαμάντινον βασιλίσσης στέμμα, λαμποκοποῦν εἰς τὰς πρώτας τοῦ ἡλίου μαρμαρυγάς, τότε ἠδυνήθημεν, ἀφ' οὗ ἐθαυμάσαμεν τὰ μακράν, νὰ παρατηρήσωμεν καὶ τὰ ἐγγύς. Καὶ εἴδομεν τότε φοβερὸν θέαμα, τοὺς βράχους τότε σχισμένους καὶ καυμένους ἀπὸ τοὺς κεραυνούς, καὶ ἀνεπαρεστήσαμεν οὐχὶ ἄνευ φόβου τὴν λυσσαλέαν τῶν στοιχείων πάλην ἐν ὥρᾳ θυέλλης, ὅτὲ ὀδυνηρῶς κροτοῦσι καὶ κατακροταλίζουσιν ἀπὸ τὰ ἀστροπελέκια αἱ πέτραι, ὡς κροταλίζουσι τὰ πεῦκα ἐν ταῖς πυρκαϊαῖς ὡς μ' ἔμψυχον οἱμωγήν. Καὶ ὁ μὲν ἰδικός μας Διάκος καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἐσώθημεν, ἀλλὰ μέσα εἰς τὰς παρακειμένας ἐκεῖ χαράδρας ἔλαμπον φεῦ! τὰ ὀστᾶ ἀνθρωπίνων σκελετῶν, ἄθαπτα καὶ ἀδιάβαστα μέσα εἰς ἀποκρήμνους χαράδρας ὀστᾶ κεραυνοβοληθέντων προσκυνητῶν καὶ ἄλλα πάλιν, Ρώσων αὐτά, οἵτινες δρέποντες τὰ ἀμάραντα ὠλίσθησαν μέσα εἰς τοὺς ἀνηλίους ἐκείνους βράχους, ζωντανοὶ ταφέντες εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα.
Ὅμως ὅλας αὐτὰς τὰς θλιβερὰς εἰκόνας ἀπέσβεσε μετ’ ὀλίγον, πρὸς ὥραν, ὁ Κελλάρης τῆς Λαύρας μὲ ἕνα λαμπρὸν ὀψάρινον γεῦμα εἰς τὴν Παναΐτσαν, ὅτε ὁ παπᾶ-Βίκτωρ προκαθήμενος, καὶ θωπεύων δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸν πυρρόχρουν πώγωνά του, κοντὸς καὶ παχὺς πάντοτε, ὡς ἦτο εἰς τὸ Μετόχι τῆς Ὕδρας, καλὸς καὶ ἀγαθὸς πάντοτε, γελαστὸς καὶ γαλήνιος ὑπὸ αἰωνίαν εὐδίαν, ἐπὶ τῶν ἀθάμνων τοῦ Ἄθωνος βράχων, μὴ δυνάμενος νὰ ξεχάσῃ τὴν τεφρὰν τοῦ Σκυλαίου νῆσον, καὶ θαρρῶν ὅτι ἐκεῖ ἀκόμη, εἰς τὸ Μετόχι τῆς Ὕδρας, μεταξὺ ὑδραίων εὑρίσκεται, ἐπανελάμβανε καταχαρούμενος διὰ τὴν λαμπρὰν πανήγυριν, ὅπου ἔκαμε πάλιν εἰς τὸν Ἄθωνα ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη:
— Χάνι-μίρ, ἐ-πίνι-μίρ! (Φᾶτε καλὰ καὶ πιέτε καλά!)
Ὅτε δὲ ἀκριβῶς μόλις ἐμοιράσαμεν τὸν πρῶτον παμμέγιστον ὀρφὸν τότε ἐφάνη καὶ ὁ ἀγαθὸς Παλάμων, βρεγμένος ἀπὸ τὸν ἰδρώτα, ὡς ἐὰν ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν, βαστάζων τὸ δισάκκιόν του τὸ ἀσκητικὸν γεμᾶτον ἀμάραντα, κι’ ἔλεγε πλήρης χαρᾶς ὁ Ρῶσος Προφητηλιάτης:
— Ἀμάραντα Ἄθωνα!
Χωρὶς νὰ θέλη ἐξυμνῶν οὕτω τὸν γηραιὸν Ἄθωνα, ὅστις ἀμάραντος τῷ ὄντι καὶ ἀγήρως θὰ μένῃ ἐκεῖ εἰς αἰῶνας αἰώνων, φύλαξ τῆς πίστεως καὶ προασπιστὴς τῆς πατρίου Χώρας...
— Χίνι-μίρ, Μπάμπ-Λένο! τὸν προσεφώνησεν ἀμέσως μειδιῶν ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, καὶ καλῶν εἰς τὸ ἁγιορείτικον καί, ἂν θέλετε, Λαυριώτικον ἐκεῖνο πάμπλουτον γεῦμα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ, Με του βορηά τα κύματα
Μυριόβιβλος
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου που ακούσαμε σήμερα, συνέβη μετά την κάθοδο του Χριστού από το όρος Θαβώρ, όπου μεταμορφώθηκε και έδειξε την δόξα της Θεότητάς Του στους τρεις Μαθητές που παρευρέθηκαν στο θαυμαστό αυτό γεγονός. Αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σημασία του γεγονότος την οποία θα δούμε με το μικρό σχολιασμό που θα ακολουθήση.
Στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν την φωτεινή νεφέλη που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, και ήταν η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξης του Θεού. Συγχρόνως οι Μαθητές είδαν τους δύο Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία να συνομιλούν με τον Χριστό. Τόσο πολύ ευφράνθησαν, ώστε σε κάποια στιγμή ο Απόστολος Πέτρος εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν μονίμως εκεί, και να στήσουν τρεις σκηνές, για τον Χριστό και τους δύο Προφήτες, και αυτοί να παραμένουν εκεί για να βλέπουν την δόξα Του. Όλη αυτή η εικόνα, αλλά και η επιθυμία των Μαθητών, δείχνει τι θα είναι ο Παράδεισος, πως θα ζουν όσοι αξιωθούν να εισέλθουν στον Παράδεισο. Πρόκειται για μια διαρκή θεία Λειτουργία, μια συνεχή θέα της δόξης του Τριαδικού Θεού.
Οι Μαθητές, μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με μια φοβερή κατάσταση. Συναντούν έναν δαιμονισμένο νέο που βασανίζεται από τον διάβολο, έναν πατέρα να υποφέρη, να βασανίζεται και να ζητά βοήθεια και συμπαράσταση, μια γενιά που είναι άπιστη και διεστραμμένη και τους Μαθητές Του που απορούσαν γιατί δεν είχαν την δύναμη να ελευθερώσουν τον νέο αυτόν από το δαιμόνιο.
Αυτές οι δύο εικόνες είναι αντίθετες μεταξύ τους. Στην μία βλέπει κανείς την χαρά και την ειρήνη της Βασιλείας του Θεού και στην άλλη βλέπει την τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής με τα προβλήματα και τις ταλαιπωρίες της και γενικά την κατάσταση της Κολάσεως. Αυτό δείχνει και την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος από τον Παράδεισο στον οποίο ζούσε αμέσως μετά την δημιουργία του, όπου απολάμβανε την δόξα του Θεού, εξαναγκάσθηκε να ζη στην κοιλάδα του κλαυθμώνος και των ταλαιπωριών, με τις αρρώστιες, τους δαιμονικούς πειρασμούς, τις στερήσεις, τους θανάτους και τα ποικίλα προβλήματα που δημιουργούν πόνο και οδύνη. Μόνον μέσα από την θέα της θαβωρίου δόξας μπορούμε να καταλάβουμε την τραγική κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε μετά την πτώση μας και την απομάκρυνσή μας από τον Θεό του Φωτός και της δόξης. Αυτό δείχνει και το πως ελπίζουμε και πιστεύουμε να μεταμορφωθή το σώμα μας και να γίνη όμοιο με το σώμα του μεταμορφωθέντος Χριστού.
Αλλά αυτό το αισθανόμαστε και σε κάθε θεία Λειτουργία. Όταν προετοιμαζόμαστε κατάλληλα πριν την θεία Λειτουργία και όταν προσευχόμαστε με συγκεντρωμένο τον νου κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, αισθανόμαστε γαλήνη στην καρδιά, ειρήνη στους λογισμούς, ανάπαυση και παρηγοριά σε ολόκληρη την ύπαρξή μας. Τότε η καρδιά αισθάνεται την παρουσία του Θεού, αλλά αγαπούμε και τους συνανθρώπους μας με τους οποίους προσευχόμαστε και κοινωνούμε από το ίδιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Όταν, όμως, τελειώνη η θεία Λειτουργία και πηγαίνουμε στα σπίτια μας και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που υπάρχουν από τις αρρώστιες, τις περιφρονήσεις και την μοναξιά, από τα πάθη μας, τότε νοσταλγούμε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας και θέλουμε πάλι να εκκλησιασθούμε.
Στην ζωή μας εναλλάσονται οι ώρες της εμπειρίας του Θαβώρ και οι ώρες της εμπειρίας των διαφόρων δυσκολιών. Μακάρι το Θαβώρ, η Βασιλεία του Θεού, το «πνεύμα» της θείας Λειτουργίας να εμπνέουν και να προσανατολίζουν πάντοτε την ζωή μας.
+ Ναυπάκτου Ιεροθέου
(Πηγή: parembasis.gr)
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Ποιους προσφέρουμε σαν πρότυπο στα παιδιά μας;
Τους εαυτούς μας στο μέτρο της αλαζονείας απέναντι στον Θεό.
Και φτιάξαμε μια γενιά νέων ανθρώπων εγωϊστών, ανίκανων να αγαπήσουν.
Θα μας ενδιέφερε το παιδί μας να έχουν ως πρότυπο την Παναγία ή φοβόμαστε και τρέμουμε μήπως το πολύ-μπλέξει με τον Θεό;
Αν ένα παιδί θέλει να ακολουθήσει το δρόμο του Χριστού ή της Παναγίας ή της ιεροσύνης και του μοναχισμού χαιρόμαστε ή τότε ήρθε η συμφορά;
Θεωρούμε επικίνδυνη την ζωή της Παναγίας κι έπειτα ζητάμε την χάρη της.
Σισανίου και Σιατίστης Παύλος
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἤθελε νά μέ συναντήσει γιά νά ἐξομολογηθεῖ. Ἤθελε νά ἔρθει εἰδικά σέ μένα, καί θά σᾶς πῶ τόν λόγο.
Ἦρθε λοιπόν καί μοῦ διηγήθηκε ἕνα θαυμαστό γεγονός.
Αὐτός ἦταν ἕνας πολύ ζωηρός ἄνθρωπος, νέος στήν ἡλικία 37-38 χρόνων, ὄχι ἄθεος ἀλλά ἀδιάφορος.
Ἦταν καί λίγο εἴρωνας καί εἰρωνευόταν τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶχε μία γειτόνισσα, ἡ ὁποία δέν ξέρω πῶς, ἄκουγε κάποιες ὁμιλίες μου καί τοῦ ἔλεγε συνέχεια «ὁ π. Ἀθανάσιος εἶπε ἔτσι κι ἔτσι» καί τήν κοροΐδευε, Ἀθανασία τήν ἔλεγε.
«Ἐσεῖς οἱ Ἀθανασίες ὅλο ἀπ’ αὐτά λέτε», τῆς ἔλεγε.
Ἀναφερόμενος σέ μένα βέβαια.
Μία φορά τοῦ πῆρε ἕνα ἀπ’ αὐτά τά μπρελόκ, πού βάζουμε τά κλειδιά πάνω.
Γέλασε μόλις τό ἔπιασε, γιατί εἶχε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας πάνω. Τῆς λέει: «Ὁ Ἀθανάσιος σοῦ τό ἔδωσε αὐτό;»
Τοῦ λέει: «πάρ’ το καί βάλε τά κλειδιά σου». Πράγματι, ἐκείνη τή μέρα εἶχε σπάσει τό δικό του καί τό πῆρε καί ἔβαλε τά κλειδιά του πάνω.
Ἦταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας μπροστά καί πίσω ἔγραφε «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».
Δέν ἔδωσε καμμιά σημασία, τό ἔβαλε στήν τσέπη τοῦ παντελονιοῦ του, ἀλλά τοῦ κόλλησε μέσ᾽ στόν νοῦ αὐτή ἡ φράση «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».
Τό ἀπόγευμα πῆγε ψάρεμα μαζί μέ ἕνα φίλο του καί τό παιδί του. Ἀνοίχθηκαν στή θάλασσα κι ἐκεῖ ἄρχισε ἡ περιπέτεια.
Ἦταν Μάρτιος μήνας, καλός καιρός, ἀλλά δυστυχῶς ἐνῶ βρίσκονταν ἀνοικτά στή θάλασσα, κατάλαβαν ὅτι ἡ βάρκα εἶχε μία ρωγμή καί ἔβαζε νερά.
Κι ἀποφάσισαν νά γυρίσουν πίσω.
Πῆγαν νά τραβήξουν τό σχοινί νά ξεκινήσει ἡ μηχανή, ἀλλά δέν δούλευε.
Λέει, τότε, νά πάρουμε τηλέφωνο νά ᾽ρθοῦν νά μᾶς βοηθήσουν.
Πάει νά πάρει τό τηλέφωνό του, τοῦ γλιστράει καί πέφτει στή θάλασσα.
Καταλαβαίνετε τόν πανικό πού ἔπαθε ὁ ἄνθρωπος.
Ἔπεσε τό τηλέφωνό του στή θάλασσα, ἄρχισε νά σκοτεινιάζει, ἡ βάρκα γέμισε νερά κι ἄρχισε νά βουλιάζει.
Μήν τά πολυλογοῦμε, μία φρικιαστική κατάσταση.
Ἄρχισαν νά παλεύουν μέσα στή θάλασσα, στά κύματα, καί νά εἶναι μόνοι τους μέσ᾽ στό σκοτάδι τῆς θάλασσας, στά παγωμένα νερά.
Δυστυχῶς, πνίγηκε ὁ σύντροφός του, καί στή συνέχεια καί τό παιδάκι του.
Αὐτός πάλευε μόνος του κρατώντας τό παιδί του στά χέρια του, τουλάχιστον νά τό βγάλει ἔξω.
Δέν μποροῦσε νά κάνει ὅμως τίποτα.
Συνεχῶς ἐρχόταν μέσα στόν νοῦ του, στήν καρδιά του, αὐτή ἡ προσευχή: «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».
Λεγόταν συνέχεια μέσα του καί εἶδε τότε ἕνα φῶς στή θάλασσα, πού τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι καί τόν τραβοῦσε μέχρι πού τόν ἔβγαλε σιγά σιγά πρός τά ἔξω.
Πέρασαν σχεδόν ἔτσι ὅλη τή νύχτα.
Τό πρωί, γύρω στίς πέντε, μία βάρκα τούς ἐντόπισε.
Πῆρε αὐτόν, μάζεψε καί τό λείψανο τοῦ κεκοιμημένου συντρόφου καί τοῦ παιδιοῦ του καί τούς ἔβγαλαν ἔξω.
Ἦρθε μετά προσκύνησε τήν Παναγία στόν Μαχαιρᾶ καί μοῦ εἶπε μέ δάκρυα τό γεγονός αὐτό τῆς προστασίας τῆς Παναγίας μας, πού ἦταν μαζί του ὅλη τή νύχτα, καί τήν ἐπικαλεῖτο καί ἔλεγε, «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».
Αὐτά πού ἐμεῖς τά θεωροῦμε πολύ μηδαμινά πράγματα, εἶναι ὅμως σημαντικά γιά τόν Θεό πού θέλει νά σώσει τόν ἄνθρωπο.
Μητρ. Λεμεσού Αθανάσιος.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Η Εκκλησία δεν προσαρμόζεται στη δική μας ευκολία.
Εμείς καλούμαστε να προσαρμόσουμε τη ζωή μας στον ρυθμό της Εκκλησίας.
Και ξέρετε ποιο είναι το πιο λυπηρό;
Τηλεφωνούν στις ενορίες και στα μοναστήρια και μας ρωτούν: «Τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;»
Τι ερώτηση είναι αυτή, παιδί μου;
Ποιος άνθρωπος που αγαπά πραγματικά τον Χριστό μπορεί να κάνει αυτή την ερώτηση;
Είναι σαν να λέει: «Πείτε μου πότε να έρθω, για να χάσω όσο το δυνατόν περισσότερη Θεία Λειτουργία και να κρατήσω μόνο αυτό που με εξυπηρετεί».
Αν κάποιος αγαπά έναν άνθρωπο, δεν ρωτά πότε θα τελειώσει η συνάντηση, ρωτά πότε αρχίζει, για να μην χάσει ούτε ένα λεπτό.
Όταν όμως η καρδιά ψυχρανθεί, τότε αναζητά πάντοτε το ελάχιστο.
Πόσο πρέπει να μείνω; Πότε θα τελειώσει;
Πόσο διαρκεί;
Αυτές δεν είναι ερωτήσεις αγάπης.
Είναι ερωτήσεις μιας καρδιάς που ακόμη δεν γεύθηκε τη γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού.
Ας το προσέξουμε αυτό.
Η Θεία Κοινωνία δεν είναι δικαίωμα που πρέπει να προλάβουμε.
Είναι δώρο που πρέπει να αξιωθούμε.
Και δεν αξιώνεται κανείς επειδή βρέθηκε την κατάλληλη ώρα στον ναό, αλλά επειδή άφησε τη Θεία Λειτουργία να εργασθεί μέσα του από την πρώτη ευλογία μέχρι το τελευταίο «Δι’ ευχών».
Οι άγιοι δεν αναζητούσαν το ελάχιστο. Δεν ρωτούσαν «πόσο πρέπει;».
Ρωτούσαν «πώς θα αγαπήσω περισσότερο τον Χριστό;».
Εκεί αρχίζει η αληθινή εκκλησιαστική ζωή.
Όλα τα άλλα είναι ευκολίες που παρηγορούν τη συνείδηση, αλλά δεν θεραπεύουν την ψυχή.
π. Θεόκτιστος ο Κρης.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

«το αρχαίον εκείνο κάλλος»
Η μοναδική οδός που οδηγεί στον αγιασμό είναι η μετάνοια. Και η μετάνοια βιώνεται με την εργασία των εντολών του Θεού.
Ο άνθρωπος που έχει υποδουλωθεί στην αμαρτία βρίσκεται σε μια νοσηρή και παρά φύσιν κατάσταση.
Η θεραπευτική αγωγή που πρέπει να ακολουθήσει για να επανέλθει στην φυσική του κατάσταση, για να ξαναβρεί «το αρχαίον εκείνο κάλλος», συνίσταται κυρίως στον τρόπο βιώσεως της ησυχαστικής ορθοδόξου παραδόσεως.
Γέροντας Εφραίμ Βατοπαιδινός
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Άλλη μία περσινή αλλά πάντα επίκαιρη ανάρτηση ξετρύπωσα...(σε αγκύλες κάποιες σημερινές σκέψεις)
Μας λέει ο γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης πως "Στην Εκκλησία η άσκηση εν Χριστώ στην αρχή, οδηγεί στην απελπισία. Και τότε ακριβώς αρχίζει η προσευχητική κραυγή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά όπου χρησιμοποίησε τα πρώτα χρόνια της ασκήσεώς του στον Άθωνα: "Κύριε, φώτισόν μου το σκότος".
Και τότε ακριβώς λοιπόν, είναι που κατεβαίνει ο Θεός με τις άκτιστες ενέργειές του και γίνεται η «σύμμειξις» θείας και ανθρωπίνης φύσεως (Β΄Πέτρου 1:4).
Δυστυχώς, το όραμα της θέωσης χάνεται σιγά σιγά από τη θεολογία μας και από τη θρησκευτική μας εκπαίδευση.
Δεν δικαιούμεθα αλλιώς να μιλάμε για Ορθοδοξία, διότι απλούστατα θα έχουμε χάσει την ταυτότητά μας.
Δόξα τω Θεώ υπάρχουν ακόμα θεολόγοι που διδάσκουν την θεολογία της θέωσης του αγίου Γρηγορίου και όχι στοχασμούς και ιδέες και συναισθηματισμούς όπως ο "εχθρός" του αγίου, Βαρλαάμ...
[Διαβάζω συνεχώς ανοησίες του τύπου, ότι προσπαθούν κάποιοι χάριν της εμπειρίας και του βιώματος όπου προτάσσουν κάποιοι πιστοί, φοβούνται την θεολογία!
Είναι λένε ρεύμα αντιδιανοούμενων αυτοί!!!
Μα ποιά θεολογία εννοούν άραγε; μία προσωπική θεολογία; σκέψεις και στοχασμοί που τους βαφτίζουν θεολογία;
Ωσάν άλλοι Βαρλαάμηδες πολεμούν την θεολογία της Εκκλησίας (άθελά τους κάποιοι προφανώς)
Γιαυτό μην στεκόμαστε όπως λέει ο γέροντας Αιμιλιανός στην αρχική απελπισία της εν Χριστώ ασκήσεως, αλλά να προχωράμε με θάρρος και αυταπάρνηση στήν προσευχητική κραυγή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά "Κύριε φώτισόν μου το σκότος" ώστε να "κατέβει" ο Θεός και να γίνει η "σύμμειξις" θείας και ανθρωπίνης φύσεως (Β' Πέτρου 1:4)...]
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53709
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Έγραφον πέρυσι...
"Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί"
Η ησυχία δεν είναι η απώλεια της εξωτερικής φασαρίας, ή γενικότερα η φυγή από τον κόσμο που νομίζουμε κάποιοι, αλλά η επιστροφή του νού εντός της καρδίας...
Όταν ο νους κατέλθει εκεί και ενωθεί με την ευχή: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με"
αρχίζει η αληθινή προσευχή, χωρίς φαντασίες, χωρίς πολλά λόγια...
"Καθάρισε τον νου σου με την ευχή και θα δεις φως στην καρδιά." μας λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
Η ησυχία λοιπόν δεν είναι απλώς σιωπή, είναι εργασία νοερά, καρδιακή.
Η καρδία, όταν καθαρθεί, γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος.
Και εκεί, εντός της καρδίας, φανερώνεται ο Χριστός, όχι ως έννοια αλλά ως πρόσωπο, ως φως. Ούτως ή άλλως, "Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί"...
Επίσης:
"Το φως του Χριστού δεν είναι έξω από εμάς. Φανερώνεται στην καθαρή καρδιά."
(Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)
Δεν χρειάζονται πολλά πολλά.
Μια μικρή γωνιά σιωπής, λίγη ταπείνωση, και η ευχή.Τα υπόλοιπα τα κάνει Εκείνος!
"Εάν μή Κύριος οικοδομήση οίκον τών αρετών, μάτην κοπιώμεν.."(Αναβαθμοί γ' ήχου)
Και τότε, όταν Εκείνος συνεργήσει, ο άνθρωπος δεν λέει απλώς μία προσευχή, αλλά γίνεται ο ίδιος προσευχή.
"Χρὴ πᾶν ἄνθρωπον γενέσθαι ὅλον προσευχήν, καὶ νοῦν καθαρὸν ἐν τοῖς Θεοῖς ἀνάγειν."
Μας προτρέπει ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος!
Δηλαδή:
"Πρέπει κάθε άνθρωπος να γίνει ολόκληρος προσευχή και να ανεβάσει νου καθαρό προς τον Θεό"!
Τότε ακριβώς ο άνθρωπος αναπέμπει καθαρές ευχές, εφόσον όλος έχει γίνει μία προσευχή...
Γ.Κ
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”