Ευχόμεθα η φετινή εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου να αποτελέσει, μια ευκαιρία όχι μόνο για πανηγυρισμούς και γλέντια, αλλά σε μια βαθιά αυτοκριτική, μετάνοια και ανανέωση της πνευματικής μας ζωής.
Μόνο τότε η τιμή στο πρόσωπό της θα γίνει αληθινή μαρτυρία πίστεως και δύναμη της αναγεννημένης κοινωνίας μας. Καθότι ο άνθρωπός δεν έχει ανάγκη από επέκεινα θόρυβο, αλλά από περισσή αλήθεια· δεν έχει ανάγκη από μείζονα ισχύ, αλλά από μεγαλύτερη αγάπη.
Και την αγάπη αυτή η Παναγία συνεχίζει να την αποκαλύπτει να την προσφέρει αδιάκοπα, οδηγώντας τον καθένα μας στον Υιό της, που είναι «η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή». Γένοιτο, Αμήν!
του Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. Θεολογίας
Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53856
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«… Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γάρ ζωής Μητέρα προς
ζωήν μετέστησεν…»
Είναι η μοναδική φορά στην ανθρώπινη ιστορία που γιορτάζεται ο θάνατος. Και αυτό, βέβαια, συμβαίνει μέσα στο χριστιανικό χώρο και τόπο, γιατί ο θάνατος θεωρείται από τη χριστιανική σκέψη ως μεταφορά στη ζωή, στην όντως ζωή, στην αληθινή, στην αιώνια ζωή του Παραδείσου. Και πολύ σωστά η Εκκλησία μας, την ημέρα της εορτής της Θεοτόκου, της Κοιμήσεώς της τον δεκαπενταύγουστο ψάλει πανηγυρικά:
«… Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γάρ ζωής Μητέρα προς
ζωήν μετέστησεν…» (από τον ύμνο της εορτής).
Η μητέρα της ζωής πήγε στη ζωή. Ο τάφος, που δέχθηκε το άχραντο σώμα της Παναγίας, έγινε σκάλα, που ανέβασε όλο το ανθρώπινο χριστιανικό γένος στο ουρανό. «Κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται». Και με αυτό μόνο το άγγελμα το ανθρώπινο γένος, ο σημερινός κουρασμένος και ταλαιπωρημένος άνθρωπος, βρίσκει το δυνατότερο και ισχυρότερο μήνυμα της ιστορίας.
Όλα όταν «τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», -ο θάνατος- ήρθε ο υιός της Θεοτόκου Παρθένου Μαρίας και με την Ανάστασή Του έφερε τη ζωή. Η νίκη αυτή του Χριστού επί του θανάτου σκόρπισε παντού ζωή, τα πάντα ζωοποιήθηκαν.
Και αυτόν, λοιπόν, που νίκησε τον θάνατο και έφερε τη ζωή στον ταλαιπωρημένο και απογοητευμένο τότε και σήμερα κόσμο, τον γέννησε η Θεοτόκος. Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι και αποκαλείται από όλους μας «Μήτηρ ζωής». Και δικαιολογημένα θεωρείται ως η Μητέρα της ζωής, γιατί, χωρίς αυτήν θα ήμασταν ακόμη δέσμιοι του θανάτου και της αμαρτίας.
Και πολύ ορθά οι Άγιοι Πατέρες μας αποκαλούν την Παναγία «δεύτερη Εύα», γιατί η πρώτη Εύα, με την παρακοή της, οδήγησε την ανθρωπότητα στον θάνατο και η δεύτερη Εύα, η Παναγία, με την υπακοή της οδήγησε και πάλι τον άνθρωπο στη ζωή.
Και για τον λόγο αυτόν όλες οι γενεές των ανθρώπων θα μακαρίζουν για πάντα την Θεοτόκο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη και η φύση σκιρτά και χαίρει, που «νικήθηκαν οι όροι της» και ο θάνατος πλέον θεωρείται ζωή.
Αν θα θέλαμε να πούμε ποιο είναι το πρώτο και ποιο το τελευταίο μήνυμα της Κοίμησης της Θεοτόκου, θα λέγαμε αυτό που ο Φώτης Κόντογλου είπε: «ΘΑΡΡΕΙΣ πως ο αγέρας τα βουνά, οι θάλασσες της Ελλάδας, τα χωριά, οι πολιτείες, γεμίσανε ευωδία πνευματική απ’ αυτό «το χρυσούν θυμιατήριον», απ’ αυτή «την μανναδόχον στάμνον» που έχει μέσα «μύρον το ακένωτον».
Οι γυναίκες μας είναι στολισμένες με τ’ όνομά της, τα βουνά μας, οι κάμποι, τα νησιά, τ’ ακροθαλάσσια είναι αγιασμένα από τα ξωκλήσια της, τα καράβια μας έχουν γραμμένο επάνω στη μάσκα και στη πρύμη το γλυκύτατο όνομά της.
Αληθινά στην Ελλάδα μας «επί Σοι χαίρει Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις». Για σένα χαίρεται όλη η πλάση. Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντίς να υποσκιάσει και πλημμύρισε τις καρδιές μας. Σήμερα τ’ αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δένδρα σαν γενήκανε πιο χλωρά, τ’ αυγουστιάτικο κύμα σαν ν’ αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει και αγάλλεται.
Ω! Τι θάνατος λοιπόν είναι αυτός που γέμισε την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας! Και πολύ καλά ψέλνει ο υμνωδός την ημέρα της Κοίμησής Της: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείες ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».
Και πολύ σωστά θεωρήθηκε η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, ως η «εορτή της Αθανασίας». Αυτό ήταν το μεγάλο άγγελμα για όλο τον χριστιανικό κόσμο. Ας χαρεί λοιπόν ο καθένας από μας τώρα και για πάντα. Ο θάνατος νικήθηκε τη παρουσία και μεσιτεία της Παναγίας μας.
Και δίκαια όλοι εμείς, μετά από όλα αυτά, προσαγορεύουμε το Δεκαπενταύγουστο ως «το μικρό Πάσχα του Καλοκαιριού». Αυτό είναι το Πάσχα της Παναγίας μας. Είναι η παραμυθία μας και η συμπαραστάτης μας, μέσα στην πολυπολυτισμική κοινωνία, στο αδιέξοδο και στην αμαρτία του διεφθαρμένου ανθρώπου, που καθημερινώς πορευόμεθα. Μια κοινωνία που καθημερινώς θανατώνεται, γευόμενη τον θάνατο, ψυχικά και σωματικά, χωρίς τη γνήσια ελπίδα που σπιθοβολά η Θεοτόκος δια μέσου της παγκόσμιας ιστορίας.
Όλοι μας καθημερινώς θαμπωνόμαστε από ψεύτικα και τιποτένια πράματα. Γι’ αυτό και παραπατάμε. Η λύση είναι μία. Μόνο αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς την Μητέρα της ζωής, τότε μόνο θα βρούμε το δρόμο που οδηγεί στην αληθινή και αιώνια ζωή. Γένοιτο !
του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. θ.
ζωήν μετέστησεν…»
Είναι η μοναδική φορά στην ανθρώπινη ιστορία που γιορτάζεται ο θάνατος. Και αυτό, βέβαια, συμβαίνει μέσα στο χριστιανικό χώρο και τόπο, γιατί ο θάνατος θεωρείται από τη χριστιανική σκέψη ως μεταφορά στη ζωή, στην όντως ζωή, στην αληθινή, στην αιώνια ζωή του Παραδείσου. Και πολύ σωστά η Εκκλησία μας, την ημέρα της εορτής της Θεοτόκου, της Κοιμήσεώς της τον δεκαπενταύγουστο ψάλει πανηγυρικά:
«… Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γάρ ζωής Μητέρα προς
ζωήν μετέστησεν…» (από τον ύμνο της εορτής).
Η μητέρα της ζωής πήγε στη ζωή. Ο τάφος, που δέχθηκε το άχραντο σώμα της Παναγίας, έγινε σκάλα, που ανέβασε όλο το ανθρώπινο χριστιανικό γένος στο ουρανό. «Κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται». Και με αυτό μόνο το άγγελμα το ανθρώπινο γένος, ο σημερινός κουρασμένος και ταλαιπωρημένος άνθρωπος, βρίσκει το δυνατότερο και ισχυρότερο μήνυμα της ιστορίας.
Όλα όταν «τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», -ο θάνατος- ήρθε ο υιός της Θεοτόκου Παρθένου Μαρίας και με την Ανάστασή Του έφερε τη ζωή. Η νίκη αυτή του Χριστού επί του θανάτου σκόρπισε παντού ζωή, τα πάντα ζωοποιήθηκαν.
Και αυτόν, λοιπόν, που νίκησε τον θάνατο και έφερε τη ζωή στον ταλαιπωρημένο και απογοητευμένο τότε και σήμερα κόσμο, τον γέννησε η Θεοτόκος. Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι και αποκαλείται από όλους μας «Μήτηρ ζωής». Και δικαιολογημένα θεωρείται ως η Μητέρα της ζωής, γιατί, χωρίς αυτήν θα ήμασταν ακόμη δέσμιοι του θανάτου και της αμαρτίας.
Και πολύ ορθά οι Άγιοι Πατέρες μας αποκαλούν την Παναγία «δεύτερη Εύα», γιατί η πρώτη Εύα, με την παρακοή της, οδήγησε την ανθρωπότητα στον θάνατο και η δεύτερη Εύα, η Παναγία, με την υπακοή της οδήγησε και πάλι τον άνθρωπο στη ζωή.
Και για τον λόγο αυτόν όλες οι γενεές των ανθρώπων θα μακαρίζουν για πάντα την Θεοτόκο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη και η φύση σκιρτά και χαίρει, που «νικήθηκαν οι όροι της» και ο θάνατος πλέον θεωρείται ζωή.
Αν θα θέλαμε να πούμε ποιο είναι το πρώτο και ποιο το τελευταίο μήνυμα της Κοίμησης της Θεοτόκου, θα λέγαμε αυτό που ο Φώτης Κόντογλου είπε: «ΘΑΡΡΕΙΣ πως ο αγέρας τα βουνά, οι θάλασσες της Ελλάδας, τα χωριά, οι πολιτείες, γεμίσανε ευωδία πνευματική απ’ αυτό «το χρυσούν θυμιατήριον», απ’ αυτή «την μανναδόχον στάμνον» που έχει μέσα «μύρον το ακένωτον».
Οι γυναίκες μας είναι στολισμένες με τ’ όνομά της, τα βουνά μας, οι κάμποι, τα νησιά, τ’ ακροθαλάσσια είναι αγιασμένα από τα ξωκλήσια της, τα καράβια μας έχουν γραμμένο επάνω στη μάσκα και στη πρύμη το γλυκύτατο όνομά της.
Αληθινά στην Ελλάδα μας «επί Σοι χαίρει Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις». Για σένα χαίρεται όλη η πλάση. Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντίς να υποσκιάσει και πλημμύρισε τις καρδιές μας. Σήμερα τ’ αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δένδρα σαν γενήκανε πιο χλωρά, τ’ αυγουστιάτικο κύμα σαν ν’ αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει και αγάλλεται.
Ω! Τι θάνατος λοιπόν είναι αυτός που γέμισε την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας! Και πολύ καλά ψέλνει ο υμνωδός την ημέρα της Κοίμησής Της: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείες ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».
Και πολύ σωστά θεωρήθηκε η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, ως η «εορτή της Αθανασίας». Αυτό ήταν το μεγάλο άγγελμα για όλο τον χριστιανικό κόσμο. Ας χαρεί λοιπόν ο καθένας από μας τώρα και για πάντα. Ο θάνατος νικήθηκε τη παρουσία και μεσιτεία της Παναγίας μας.
Και δίκαια όλοι εμείς, μετά από όλα αυτά, προσαγορεύουμε το Δεκαπενταύγουστο ως «το μικρό Πάσχα του Καλοκαιριού». Αυτό είναι το Πάσχα της Παναγίας μας. Είναι η παραμυθία μας και η συμπαραστάτης μας, μέσα στην πολυπολυτισμική κοινωνία, στο αδιέξοδο και στην αμαρτία του διεφθαρμένου ανθρώπου, που καθημερινώς πορευόμεθα. Μια κοινωνία που καθημερινώς θανατώνεται, γευόμενη τον θάνατο, ψυχικά και σωματικά, χωρίς τη γνήσια ελπίδα που σπιθοβολά η Θεοτόκος δια μέσου της παγκόσμιας ιστορίας.
Όλοι μας καθημερινώς θαμπωνόμαστε από ψεύτικα και τιποτένια πράματα. Γι’ αυτό και παραπατάμε. Η λύση είναι μία. Μόνο αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς την Μητέρα της ζωής, τότε μόνο θα βρούμε το δρόμο που οδηγεί στην αληθινή και αιώνια ζωή. Γένοιτο !
του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. θ.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53856
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον» (Λουκ. α΄ 46)*
Mὲ τρία πράγματα ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος Μαρία τὸν Κύριον· πρῶτον, μὲ νοήματα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἄξια τῆς τοῦ Θεοῦ μεγαλειότητος· διότι αὐτὴ εἰς ὅλην της τὴν ζωὴν καὶ μάλιστα κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τῶν δώδεκα χρόνων, κατά τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, εἰς ἄλλο δὲν ἐκαταγίνετο καὶ ἐσχόλαζε, πάρεξ εἰς τὴν θεωρίαν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, θεοπτίαν τοῦ Θεοῦ· ὑπεράνω γὰρ πάσης μικροπρεποῦς θεωρίας τῶν τοῦ κόσμου γηΐνων πραγμάτων γενομένη καὶ πάντων ὁμοῦ αἰσθητῶν τε καὶ νοητῶν ὑπεραναβᾶσα, ἀλλὰ καὶ πασῶν τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, τῆς αἰσθήσεως, λέγω, καὶ φαντασίας καὶ δόξης καὶ τῶν τῆς διανοίας διαφόρων συλλογισμῶν, μὲ μόνον τὸν νοῦν ἀνειδέως καὶ ἀσχηματίστως ἐπέβαλε τῇ θεωρίᾳ τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν ἕνας ἀσώματος Ἄγγελος, καθὼς ὑψηγορεῖ περὶ αὐτῆς ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς τὰ Εἰσόδια α΄ λόγῳ αὐτοῦ· μόνη καὶ μόνον τὸν Θεὸν θεωροῦσα, καὶ μόνη παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ θεωρουμένη· μόνη καὶ μόνον τοῦ Κυρίου μεγαλυνομένη· μόνη καὶ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρῶσα, καὶ μόνη παρὰ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρωμένη.
Καὶ ἂν ὁ θεοφόρος καὶ μέγας φιλόσοφος Μάξιμος, ἑρμηνεύων τὸ «ἐν τῷ Ἰσραὴλ μέγα τὸ ὄνομα αὐτοῦ» εἶπεν ὅτι «ὁ θεωρητικὸς κατανοῶν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἀξίως αὐτὸν μεγαλύνει». Ποῖος ἄλλος ἐστάθη θεωρητικώτερος καὶ διαβατικώτερος τῆς Θεοτόκου ἐν ταῖς τοῦ Θεοῦ ὑψηλαῖς θεωρίαις; ἢ ποῖος ἄλλος, εἴτε ῎Αγγελος, εἴτε ἄνθρωπος περισσότερον ἀπὸ αὐτὴν κατενόησε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ; βέβαια οὐδείς. Λοιπὸν ἕπεται, ὅτι καὶ οὐδεὶς ἄλλος, τόσον ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐδυνήθη ἀξίως νὰ μεγαλύνῃ τὸν Θεόν, καθὼς τὸν ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος. Ὅθεν καὶ ὁ ἀνωτέρω τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὑψηλῶς καὶ μεγαληγόρως εἶπεν, ὅτι ἡ Θεοτόκος μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἰσάγγελον καὶ θεοειδὴ ζῶσα ζωήν, ἐπενόησε μίαν πρᾶξιν νοεράν, πολλῷ μείζονα οὖσαν τῆς θεωρίας τῶν παλαιῶν σοφῶν καὶ ἠξιώθη μιᾶς θεωρίας, τόσον ἀνωτέρας καὶ ὑπερτέρας τῆς τῶν παλαιῶν θεωρίας, ὅσον εἶναι ἀνωτέρα τῆς φαντασίας ἡ ἀλήθεια· διὰ μέσου γὰρ τῆς τοῦ νοὸς εἰς ἑαυτὸν ἐπιστροφῆς καὶ προσοχῆς καὶ θείας καὶ παντοτεινῆς προσευχῆς, ἑνωθεῖσα ὅλη δι᾽ ὅλου μὲ τὸν ἑαυτόν της, ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ κάθε εἶδος καὶ σχῆμα καὶ ἔτσι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εἰς τοὺς οὐρανούς, δηλαδὴ τὴν νοητὴν (διὰ νὰ τὴν ὀνομάσω ἔτσι) σιωπήν· εἰς ταύτην γὰρ προσκολλήσασα τὸν νοῦν της, ἀναβαίνει ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα καὶ βλέπει δόξαν Θεοῦ τελειότερον ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν, καὶ ὁρᾷ θείαν χάριν, ἥτις δὲν καταλαμβάνεται τελείως ἀπὸ τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ εἶναι ἱερὸν καὶ χαριέστατον θέαμα μοναχῶν τῶν καθαρῶν ψυχῶν καὶ Ἀγγέλων. Ταύτην δὲ τὴν νοερὰν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἡ Θεοτόκος ἐφεῦρεν ἀπὸ λόγου της καὶ εἰργάσθη καὶ εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα παρέδωκεν. Ὅλα ταῦτα εἶναι λόγια τοῦ ἰδίου Γρηγορίου Θεσσαλονίκης, περιεχόμενα μὲν εἰς τὸν πρῶτον λόγον τῶν Εἰσοδίων, μεταφρασμένα δὲ εἰς τὸ ἁπλοῦν.
Δεύτερον, ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον ἡ Παρθένος μὲ λόγια μεγάλα, μὲ λόγια ὑψηλά, καὶ μὲ λόγια τῇ θείᾳ Μεγαλειότητι πρέποντα, διότι ὅλη της ἡ ζωὴ δὲν ἦτον ἄλλο, παρὰ μία δοξολογία Θεοῦ· καὶ εἰς τὸ στόμα της δὲν εὑρίσκετο ἄλλο, εἰμὴ τὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ὑπερύψωσις καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ· ὥστε ὅπου, ἡ φωνὴ καὶ ὁ λόγος αὐτῆς, ἦτον πάντοτε ἐν μεγαλοπρεπείᾳ κατὰ τὸν Δαβίδ· κατ’ ἐξοχὴν δὲ καὶ μάλιστα μὲ τὰ λόγια τῆς ᾠδῆς ταύτης ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον· διότι ὀνομάζει αὐτὸν δυνατὸν καὶ παντοδύναμον· διότι καλεῖ τὸ ὄνομά του ἅγιον καὶ πανάγιον· διότι κηρύττει τὸ ἔλεός του ἐκχεόμενον εἰς ὅλας τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων, καὶ διότι ὁμολογεῖ αὐτόν, καθαιροῦντα μὲν τοὺς ὑπερηφάνους καὶ δυνάστας, ὑψοῦντα δὲ τοὺς ταπεινούς, ἐμπιπλῶντα τοὺς πεινασμένους, ἐξαποστέλλοντα κενοὺς τοὺς πεπλουτισμένους, ἀντιλαμβανόμενον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πληροῦντα, ἃ ἐλάλησε πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ, ὅλα γὰρ αὐτὰ μεγαλύνουσι τὸν Κύριον καὶ πλατύνουσι τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ Κυριότητα.
Τρίτον δὲ καὶ τελευταῖον, ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον, μὲ ἔργα μεγάλα, μὲ ἔργα ὑψηλά, καὶ μὲ ἔργα τῆς θείας μεγαλειότητος ἄξια· διότι αὐτὴ μὲ τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον καὶ ἰσάγγελον ζωήν, ὅπου ἔζησε δώδεκα ὁλοκλήρους χρόνους μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, καὶ μὲ τὴν ἄκραν καὶ ὑπερφυσικὴν αὐτῆς καθαρότητα, ἠξιώθη νὰ γίνῃ Μήτηρ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ· ἐκ δὲ τούτου τὶς λόγος δύναται νὰ παραστήσῃ πόσον ἡ Παρθένος ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον καὶ πόσον ἐπλάτυνε τὴν κυριότητα καὶ Βασιλείαν αὐτοῦ; Ὅσον γὰρ περισσοτέρους ἀνθρώπους ἐπιστρέψῃ τινὰς εἰς τὸν Θεόν, τόσον περισσότερον μεγαλύνει καὶ πλατύνει τὴν κυριότητα τοῦ Θεοῦ. Ποῖον γὰρ ἄλλο κτίσμα ἐπέστρεψε περισσοτέρους ἀνθρώπους εἰς τὸν Θεόν, ἔξω ἀπὸ τὴν Θεοτόκον, ἥτις διὰ μέσου τοῦ ἀσπόρου Τόκου της ἐτράβηξεν ὅλα τὰ Ἔθνη τῆς γῆς εἰς τὴν θεογνωσίαν καὶ τὰ ὑπέταξεν εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ Κυριότητα τοῦ Θεοῦ;
Ὅθεν ὅλοι οἱ Ἄγγελοι, οἱ ἔχοντες τὴν ἐπιστασίαν τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὴν ᾠδὴν τοῦ Μωϋσέως «ἔστησεν ὅρια Ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν Ἀγγέλων Θεοῦ» (Δευτ. λβ΄
δὲν ὑπέταξαν τόσους ἀνθρώπους εἰς τὸν Θεόν, οὐδὲ ἐμεγάλυναν τόσον τὴν κυριότητα τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν μόνη ἡ Θεοτόκος· καὶ ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι, ὅπου ἀπεστάλθησαν, διὰ νὰ μαθητεύσουν ὅλα τὰ Ἔθνη, δὲν ἔσωσαν τόσας ψυχὰς ἀνθρώπων, οὔτε ἐπλάτυναν τόσον τὴν Βασιλείαν τοῦ Κυρίου, καθώς μόνη ἡ Θεοτόκος. Αὐτὴ γὰρ ἔγινεν αἰτία, ὅπου ἐμεγάλυνεν, ἐπλάτυνε καὶ αὔξησεν ἡ κυριότης καὶ ἐξουσία τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνον εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη τῆς γῆς, ὄχι μόνον εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν οὐρανόν, ὄχι μόνον εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐν οὐρανῷ ᾿Αγγέλους· καθότι αὐτὴ μόνη ἐστάθη μεθόριον Κτίστου καὶ κτίσεως, κατὰ τόν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον. Καὶ τὸν μὲν Θεόν, ἐποίησεν υἱὸν ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἐποίησεν υἱοὺς Θεοῦ, τοὺς δὲ Ἀγγέλους, ἀπέδειξεν ἀτρέπτους εἰς τὸ κακόν, καὶ μειζόνων χαρισμάτων αὐτοὺς ἠξίωσε.
Καὶ ὁ μὲν Δαβίδ, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἦτον ἀρκετὸς νὰ μεγαλύνῃ μόνος τὸν Κύριον, προσκαλεῖ ὅλους τοὺς πρᾳεῖς καὶ ἁγίους, διὰ νὰ συμβοηθήσουν αὐτῷ εἰς τὸ μέγα ἔργον τοῦτο, λέγων πρὸς αὐτοὺς· «μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί» (Ψαλμ. λγ΄), ἡ δὲ Θεοτόκος αὐταρκεστάτη οὖσα εἰς τὸ μέγα τοῦτο κατόρθωμα, καθὸ Μήτηρ Θεοῦ, μόνη αὐτὴ ἀφ’ ἑαυτῆς μεγαλύνει τὸν Κύριον, χωρὶς νὰ χρειασθῇ τὴν συνεργίαν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δικαίως τοῦτο λέγει· διότι, ἂν ὅλα τὰ ἔργα καὶ κτίσματα, τόσον αἰσθητά, ὅσον καὶ νοητὰ μεγαλύνουσι τὸν Ποιητήν τους μὲ τὴν σοφίαν καὶ μέγεθος καὶ κάλλος καὶ μὲ τὰς ἄλλας φυσικάς τελειότητας, μὲ τὰς ὁποίας ἐδημιουργήθησαν· «ὡς ἐμεγαλύνθη, φησί, τὰ ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ργ΄ 24), πόσῳ μᾶλλον ἡ Παρθένος εἶναι ἀξία νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον, ὄχι μόνον μὲ τὰς φυσικὰς καὶ ἐπικτήτους τελειότητας, ὅπου τῇ ἐχαρίσθησαν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον μὲ τὰς ὑπερφυσικὰς καὶ θείας, μὲ τὰς ὁποίας ἔγινεν ὅλου τοῦ κόσμου κόσμος, καὶ ὅλης τῆς κτίσεως στολισμὸς καὶ καλλονὴ Ἀγγέλων τε καὶ ἀνθρώπων; Ταύτας γὰρ ὅποιος θεωρήσῃ μὲ μίαν προσεκτικὴν θεωρίαν, εὐθὺς κινεῖται εἰς τὸ νὰ μεγαλύνῃ καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Κύριον, ὅπου τόσον αὐτὴν ἐχαρίτωσε.
Καθὼς δὲ ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα τοῦ Κυρίου, ἔτσι ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐσμίκρυνε τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διαβόλου, διότι ἐξωλόθρευσε τὴν βασιλείαν του, διότι ἀφάνισε τὴν εἰδωλολατρείαν του καὶ διότι ἐσήκωσεν ἀπὸ αὐτὸν τὴν τιμὴν ἐκείνην καὶ δόξαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτιμᾶτο καὶ ἐδοξάζετο πρὸ τῆς Θεοτόκου, ὡσὰν βασιλεὺς καὶ κοσμοκράτωρ, καὶ ἐλατρεύετο ὡσὰν Θεὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου· καὶ τοῦτο ἦτον κατὰ πάντα λόγον δικαίου ἀκόλουθον. Διότι καθὼς ἡ προμήτωρ Εὔα ἐσμίκρυνε μὲν τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα αὐτοῦ διὰ μέσου τῆς παρακοῆς, ἐμεγάλυνε δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ἔτσι ἔπρεπεν ἐκ τοῦ ἐναντίου ἡ θυγάτηρ τῆς Εὔας Μαρία, νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κυρίου διὰ μέσου τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπακοῆς, νὰ σμικρύνῃ δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ διαβόλου, ἵνα ἡ θυγάτηρ ἰατρεύσῃ τῆς προμήτορος αὐτῆς τὸ παράπτωμα. Καὶ καθὼς ἄρχισεν ἡ ἁμαρτία καὶ τὰ κακὰ ἀπὸ γυναῖκα, οὕτω πάλιν ἀπὸ γυναῖκα νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀρετὴ καὶ τὰ καλά, κατὰ τὸν Ὠριγένη, λέγοντα· «ὥσπερ ἤρξατο ἡ ἁμαρτία ἀπὸ γυναικός, οὕτω καὶ τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ γυναικὸς ἤρξατο».
Ἁρμόζει τὸ ρητὸν τοῦτο καὶ εἰς ἐσένα Χριστιανέ, καὶ μάλιστα εἰς ἐσένα τὴν Χριστιανὴν γυναῖκα· διότι ἐὰν καὶ ἐσὺ ἔχῃς μεγάλα φρονήματα περὶ Θεοῦ καὶ δὲν φρονῆς τὰ σμικροπρεπῆ καὶ γήϊνα πράγματα, καθὼς εἶναι μάλιστα τὰ μάταια στολίδια καὶ οἱ καλλωπισμοὶ τῶν ἱματίων, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον· ἐὰν καὶ σὺ δοξολογῇς τὸν Θεὸν μὲ λόγια θεολογικὰ καὶ μεγάλα, καὶ φυλάττῃς τὸ στόμα σου ἀπὸ αἰσχρολογίας, μυθολογίας, ὕβρεις καὶ φλυαρίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν διὰ τοῦ λόγου σου ἐπιστρέφῃς τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον, καὶ πλατύνεις τὴν Βασιλείαν αὐτοῦ· ἐὰν πράττης ἔργα θεάρεστα καὶ φυλάττῃς τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ ἀξίως πολιτευόμενος τῆς κλήσεως τοῦ Εὐαγγελίου, λείπεις ἀπὸ κάθε πονηρὰν πρᾶξιν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων· «πῶς οὖν γίνεται μέγας ὁ ἀεὶ ὢν Θεός, καὶ μὴ δεόμενος προσθήκης; ὅταν οἱ ἀνακείμενοι αὐτῷ βίον ἄριστον ἐπιδείξωνται· ὅταν καὶ διὰ ρημάτων, καὶ δι’ ἔργων αὐτὸν ἀνυμνῶσι, τότε μεγαλύνεται (ὁ Θεός), οὐκ αὐτός τι προσλαμβάνων εἰς μέγεθος, ἀλλὰ τοῖς ἀγνοοῦσιν αὐτὸν διὰ τῶν θεραπευόντων αὐτὸν μέγας δεικνύμενος». Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπομένῃς τοὺς πειρασμούς, ὅπου σοὶ ἔρχονται, μὲ μεγαλοψυχίαν καὶ μὲ ἀνδρεῖον φρόνημα, ἤξευρε ὅτι μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν λέγει ὁ μέγας Βασίλειος· «μεγαλύνει τὸν Κύριον ὁ μεγάλῃ διανοίᾳ καὶ γαύρῳ (πρὸς τὰ ὑψηλά) τῷ φρονήματι καὶ ἐπηρμένῳ, τοὺς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας πειρασμούς ὑπομένων» (Ἑρμην. εἰς τὸν λγ΄ Ψαλμόν).
Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἔχῃς νοήματα καὶ λογισμοὺς σμικροπρεπεῖς εἰς τὸν νοῦν σου, περὶ πλούτου, περὶ δόξης, περὶ ἡδονῶν, καὶ περὶ τῶν γηΐνων πραγμάτων, ἤξευρε, ὅτι δὲν μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον, διότι μὲ αὐτὰ σμικρύνεις τὸν Κύριον· ὁμοίως καὶ ἐὰν ἔχῃς εἰς τὸ στόμα σου φλυαρίας, καὶ ματαιολογίας, καὶ ἐὰν πράττῃς ἔργα ταπεινὰ καὶ ἀνάξια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστιανικοῦ ἐπαγγέλματός σου, ἤξευρε, ὅτι μὲ αὐτὰ ὅλα σμικρύνεις τὸν Κύριον· καὶ διὰ νὰ εἰπῷ καθολικῶς, κατὰ τὰς κακίας καὶ πάθη ὅπου ἀφίνεις καὶ σὲ κυριεύουν, ἔτσι σμικρύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ σοφὸς Ὠριγένης· «σμικρύνει ἡ ψυχὴ τὸν Κύριον, ἀναλόγως κατὰ τὴν κακίαν τὴν ἐνυπάρχουσαν αὐτῇ».
Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου
* Ἁγιονικοδημικὸν Ἀνθολόγιον, Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἐκδόσεις Σπηλιώτη.
orthodoxostypos
Mὲ τρία πράγματα ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος Μαρία τὸν Κύριον· πρῶτον, μὲ νοήματα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἄξια τῆς τοῦ Θεοῦ μεγαλειότητος· διότι αὐτὴ εἰς ὅλην της τὴν ζωὴν καὶ μάλιστα κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τῶν δώδεκα χρόνων, κατά τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, εἰς ἄλλο δὲν ἐκαταγίνετο καὶ ἐσχόλαζε, πάρεξ εἰς τὴν θεωρίαν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, θεοπτίαν τοῦ Θεοῦ· ὑπεράνω γὰρ πάσης μικροπρεποῦς θεωρίας τῶν τοῦ κόσμου γηΐνων πραγμάτων γενομένη καὶ πάντων ὁμοῦ αἰσθητῶν τε καὶ νοητῶν ὑπεραναβᾶσα, ἀλλὰ καὶ πασῶν τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, τῆς αἰσθήσεως, λέγω, καὶ φαντασίας καὶ δόξης καὶ τῶν τῆς διανοίας διαφόρων συλλογισμῶν, μὲ μόνον τὸν νοῦν ἀνειδέως καὶ ἀσχηματίστως ἐπέβαλε τῇ θεωρίᾳ τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν ἕνας ἀσώματος Ἄγγελος, καθὼς ὑψηγορεῖ περὶ αὐτῆς ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς τὰ Εἰσόδια α΄ λόγῳ αὐτοῦ· μόνη καὶ μόνον τὸν Θεὸν θεωροῦσα, καὶ μόνη παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ θεωρουμένη· μόνη καὶ μόνον τοῦ Κυρίου μεγαλυνομένη· μόνη καὶ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρῶσα, καὶ μόνη παρὰ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρωμένη.
Καὶ ἂν ὁ θεοφόρος καὶ μέγας φιλόσοφος Μάξιμος, ἑρμηνεύων τὸ «ἐν τῷ Ἰσραὴλ μέγα τὸ ὄνομα αὐτοῦ» εἶπεν ὅτι «ὁ θεωρητικὸς κατανοῶν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἀξίως αὐτὸν μεγαλύνει». Ποῖος ἄλλος ἐστάθη θεωρητικώτερος καὶ διαβατικώτερος τῆς Θεοτόκου ἐν ταῖς τοῦ Θεοῦ ὑψηλαῖς θεωρίαις; ἢ ποῖος ἄλλος, εἴτε ῎Αγγελος, εἴτε ἄνθρωπος περισσότερον ἀπὸ αὐτὴν κατενόησε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ; βέβαια οὐδείς. Λοιπὸν ἕπεται, ὅτι καὶ οὐδεὶς ἄλλος, τόσον ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐδυνήθη ἀξίως νὰ μεγαλύνῃ τὸν Θεόν, καθὼς τὸν ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος. Ὅθεν καὶ ὁ ἀνωτέρω τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὑψηλῶς καὶ μεγαληγόρως εἶπεν, ὅτι ἡ Θεοτόκος μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἰσάγγελον καὶ θεοειδὴ ζῶσα ζωήν, ἐπενόησε μίαν πρᾶξιν νοεράν, πολλῷ μείζονα οὖσαν τῆς θεωρίας τῶν παλαιῶν σοφῶν καὶ ἠξιώθη μιᾶς θεωρίας, τόσον ἀνωτέρας καὶ ὑπερτέρας τῆς τῶν παλαιῶν θεωρίας, ὅσον εἶναι ἀνωτέρα τῆς φαντασίας ἡ ἀλήθεια· διὰ μέσου γὰρ τῆς τοῦ νοὸς εἰς ἑαυτὸν ἐπιστροφῆς καὶ προσοχῆς καὶ θείας καὶ παντοτεινῆς προσευχῆς, ἑνωθεῖσα ὅλη δι᾽ ὅλου μὲ τὸν ἑαυτόν της, ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ κάθε εἶδος καὶ σχῆμα καὶ ἔτσι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εἰς τοὺς οὐρανούς, δηλαδὴ τὴν νοητὴν (διὰ νὰ τὴν ὀνομάσω ἔτσι) σιωπήν· εἰς ταύτην γὰρ προσκολλήσασα τὸν νοῦν της, ἀναβαίνει ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα καὶ βλέπει δόξαν Θεοῦ τελειότερον ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν, καὶ ὁρᾷ θείαν χάριν, ἥτις δὲν καταλαμβάνεται τελείως ἀπὸ τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ εἶναι ἱερὸν καὶ χαριέστατον θέαμα μοναχῶν τῶν καθαρῶν ψυχῶν καὶ Ἀγγέλων. Ταύτην δὲ τὴν νοερὰν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἡ Θεοτόκος ἐφεῦρεν ἀπὸ λόγου της καὶ εἰργάσθη καὶ εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα παρέδωκεν. Ὅλα ταῦτα εἶναι λόγια τοῦ ἰδίου Γρηγορίου Θεσσαλονίκης, περιεχόμενα μὲν εἰς τὸν πρῶτον λόγον τῶν Εἰσοδίων, μεταφρασμένα δὲ εἰς τὸ ἁπλοῦν.
Δεύτερον, ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον ἡ Παρθένος μὲ λόγια μεγάλα, μὲ λόγια ὑψηλά, καὶ μὲ λόγια τῇ θείᾳ Μεγαλειότητι πρέποντα, διότι ὅλη της ἡ ζωὴ δὲν ἦτον ἄλλο, παρὰ μία δοξολογία Θεοῦ· καὶ εἰς τὸ στόμα της δὲν εὑρίσκετο ἄλλο, εἰμὴ τὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ὑπερύψωσις καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ· ὥστε ὅπου, ἡ φωνὴ καὶ ὁ λόγος αὐτῆς, ἦτον πάντοτε ἐν μεγαλοπρεπείᾳ κατὰ τὸν Δαβίδ· κατ’ ἐξοχὴν δὲ καὶ μάλιστα μὲ τὰ λόγια τῆς ᾠδῆς ταύτης ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον· διότι ὀνομάζει αὐτὸν δυνατὸν καὶ παντοδύναμον· διότι καλεῖ τὸ ὄνομά του ἅγιον καὶ πανάγιον· διότι κηρύττει τὸ ἔλεός του ἐκχεόμενον εἰς ὅλας τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων, καὶ διότι ὁμολογεῖ αὐτόν, καθαιροῦντα μὲν τοὺς ὑπερηφάνους καὶ δυνάστας, ὑψοῦντα δὲ τοὺς ταπεινούς, ἐμπιπλῶντα τοὺς πεινασμένους, ἐξαποστέλλοντα κενοὺς τοὺς πεπλουτισμένους, ἀντιλαμβανόμενον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πληροῦντα, ἃ ἐλάλησε πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ, ὅλα γὰρ αὐτὰ μεγαλύνουσι τὸν Κύριον καὶ πλατύνουσι τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ Κυριότητα.
Τρίτον δὲ καὶ τελευταῖον, ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον, μὲ ἔργα μεγάλα, μὲ ἔργα ὑψηλά, καὶ μὲ ἔργα τῆς θείας μεγαλειότητος ἄξια· διότι αὐτὴ μὲ τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον καὶ ἰσάγγελον ζωήν, ὅπου ἔζησε δώδεκα ὁλοκλήρους χρόνους μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, καὶ μὲ τὴν ἄκραν καὶ ὑπερφυσικὴν αὐτῆς καθαρότητα, ἠξιώθη νὰ γίνῃ Μήτηρ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ· ἐκ δὲ τούτου τὶς λόγος δύναται νὰ παραστήσῃ πόσον ἡ Παρθένος ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον καὶ πόσον ἐπλάτυνε τὴν κυριότητα καὶ Βασιλείαν αὐτοῦ; Ὅσον γὰρ περισσοτέρους ἀνθρώπους ἐπιστρέψῃ τινὰς εἰς τὸν Θεόν, τόσον περισσότερον μεγαλύνει καὶ πλατύνει τὴν κυριότητα τοῦ Θεοῦ. Ποῖον γὰρ ἄλλο κτίσμα ἐπέστρεψε περισσοτέρους ἀνθρώπους εἰς τὸν Θεόν, ἔξω ἀπὸ τὴν Θεοτόκον, ἥτις διὰ μέσου τοῦ ἀσπόρου Τόκου της ἐτράβηξεν ὅλα τὰ Ἔθνη τῆς γῆς εἰς τὴν θεογνωσίαν καὶ τὰ ὑπέταξεν εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ Κυριότητα τοῦ Θεοῦ;
Ὅθεν ὅλοι οἱ Ἄγγελοι, οἱ ἔχοντες τὴν ἐπιστασίαν τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὴν ᾠδὴν τοῦ Μωϋσέως «ἔστησεν ὅρια Ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν Ἀγγέλων Θεοῦ» (Δευτ. λβ΄
Καὶ ὁ μὲν Δαβίδ, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἦτον ἀρκετὸς νὰ μεγαλύνῃ μόνος τὸν Κύριον, προσκαλεῖ ὅλους τοὺς πρᾳεῖς καὶ ἁγίους, διὰ νὰ συμβοηθήσουν αὐτῷ εἰς τὸ μέγα ἔργον τοῦτο, λέγων πρὸς αὐτοὺς· «μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί» (Ψαλμ. λγ΄), ἡ δὲ Θεοτόκος αὐταρκεστάτη οὖσα εἰς τὸ μέγα τοῦτο κατόρθωμα, καθὸ Μήτηρ Θεοῦ, μόνη αὐτὴ ἀφ’ ἑαυτῆς μεγαλύνει τὸν Κύριον, χωρὶς νὰ χρειασθῇ τὴν συνεργίαν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δικαίως τοῦτο λέγει· διότι, ἂν ὅλα τὰ ἔργα καὶ κτίσματα, τόσον αἰσθητά, ὅσον καὶ νοητὰ μεγαλύνουσι τὸν Ποιητήν τους μὲ τὴν σοφίαν καὶ μέγεθος καὶ κάλλος καὶ μὲ τὰς ἄλλας φυσικάς τελειότητας, μὲ τὰς ὁποίας ἐδημιουργήθησαν· «ὡς ἐμεγαλύνθη, φησί, τὰ ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ργ΄ 24), πόσῳ μᾶλλον ἡ Παρθένος εἶναι ἀξία νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον, ὄχι μόνον μὲ τὰς φυσικὰς καὶ ἐπικτήτους τελειότητας, ὅπου τῇ ἐχαρίσθησαν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον μὲ τὰς ὑπερφυσικὰς καὶ θείας, μὲ τὰς ὁποίας ἔγινεν ὅλου τοῦ κόσμου κόσμος, καὶ ὅλης τῆς κτίσεως στολισμὸς καὶ καλλονὴ Ἀγγέλων τε καὶ ἀνθρώπων; Ταύτας γὰρ ὅποιος θεωρήσῃ μὲ μίαν προσεκτικὴν θεωρίαν, εὐθὺς κινεῖται εἰς τὸ νὰ μεγαλύνῃ καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Κύριον, ὅπου τόσον αὐτὴν ἐχαρίτωσε.
Καθὼς δὲ ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα τοῦ Κυρίου, ἔτσι ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐσμίκρυνε τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διαβόλου, διότι ἐξωλόθρευσε τὴν βασιλείαν του, διότι ἀφάνισε τὴν εἰδωλολατρείαν του καὶ διότι ἐσήκωσεν ἀπὸ αὐτὸν τὴν τιμὴν ἐκείνην καὶ δόξαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτιμᾶτο καὶ ἐδοξάζετο πρὸ τῆς Θεοτόκου, ὡσὰν βασιλεὺς καὶ κοσμοκράτωρ, καὶ ἐλατρεύετο ὡσὰν Θεὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου· καὶ τοῦτο ἦτον κατὰ πάντα λόγον δικαίου ἀκόλουθον. Διότι καθὼς ἡ προμήτωρ Εὔα ἐσμίκρυνε μὲν τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα αὐτοῦ διὰ μέσου τῆς παρακοῆς, ἐμεγάλυνε δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ἔτσι ἔπρεπεν ἐκ τοῦ ἐναντίου ἡ θυγάτηρ τῆς Εὔας Μαρία, νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κυρίου διὰ μέσου τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπακοῆς, νὰ σμικρύνῃ δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ διαβόλου, ἵνα ἡ θυγάτηρ ἰατρεύσῃ τῆς προμήτορος αὐτῆς τὸ παράπτωμα. Καὶ καθὼς ἄρχισεν ἡ ἁμαρτία καὶ τὰ κακὰ ἀπὸ γυναῖκα, οὕτω πάλιν ἀπὸ γυναῖκα νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀρετὴ καὶ τὰ καλά, κατὰ τὸν Ὠριγένη, λέγοντα· «ὥσπερ ἤρξατο ἡ ἁμαρτία ἀπὸ γυναικός, οὕτω καὶ τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ γυναικὸς ἤρξατο».
Ἁρμόζει τὸ ρητὸν τοῦτο καὶ εἰς ἐσένα Χριστιανέ, καὶ μάλιστα εἰς ἐσένα τὴν Χριστιανὴν γυναῖκα· διότι ἐὰν καὶ ἐσὺ ἔχῃς μεγάλα φρονήματα περὶ Θεοῦ καὶ δὲν φρονῆς τὰ σμικροπρεπῆ καὶ γήϊνα πράγματα, καθὼς εἶναι μάλιστα τὰ μάταια στολίδια καὶ οἱ καλλωπισμοὶ τῶν ἱματίων, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον· ἐὰν καὶ σὺ δοξολογῇς τὸν Θεὸν μὲ λόγια θεολογικὰ καὶ μεγάλα, καὶ φυλάττῃς τὸ στόμα σου ἀπὸ αἰσχρολογίας, μυθολογίας, ὕβρεις καὶ φλυαρίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν διὰ τοῦ λόγου σου ἐπιστρέφῃς τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον, καὶ πλατύνεις τὴν Βασιλείαν αὐτοῦ· ἐὰν πράττης ἔργα θεάρεστα καὶ φυλάττῃς τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ ἀξίως πολιτευόμενος τῆς κλήσεως τοῦ Εὐαγγελίου, λείπεις ἀπὸ κάθε πονηρὰν πρᾶξιν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων· «πῶς οὖν γίνεται μέγας ὁ ἀεὶ ὢν Θεός, καὶ μὴ δεόμενος προσθήκης; ὅταν οἱ ἀνακείμενοι αὐτῷ βίον ἄριστον ἐπιδείξωνται· ὅταν καὶ διὰ ρημάτων, καὶ δι’ ἔργων αὐτὸν ἀνυμνῶσι, τότε μεγαλύνεται (ὁ Θεός), οὐκ αὐτός τι προσλαμβάνων εἰς μέγεθος, ἀλλὰ τοῖς ἀγνοοῦσιν αὐτὸν διὰ τῶν θεραπευόντων αὐτὸν μέγας δεικνύμενος». Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπομένῃς τοὺς πειρασμούς, ὅπου σοὶ ἔρχονται, μὲ μεγαλοψυχίαν καὶ μὲ ἀνδρεῖον φρόνημα, ἤξευρε ὅτι μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν λέγει ὁ μέγας Βασίλειος· «μεγαλύνει τὸν Κύριον ὁ μεγάλῃ διανοίᾳ καὶ γαύρῳ (πρὸς τὰ ὑψηλά) τῷ φρονήματι καὶ ἐπηρμένῳ, τοὺς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας πειρασμούς ὑπομένων» (Ἑρμην. εἰς τὸν λγ΄ Ψαλμόν).
Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἔχῃς νοήματα καὶ λογισμοὺς σμικροπρεπεῖς εἰς τὸν νοῦν σου, περὶ πλούτου, περὶ δόξης, περὶ ἡδονῶν, καὶ περὶ τῶν γηΐνων πραγμάτων, ἤξευρε, ὅτι δὲν μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον, διότι μὲ αὐτὰ σμικρύνεις τὸν Κύριον· ὁμοίως καὶ ἐὰν ἔχῃς εἰς τὸ στόμα σου φλυαρίας, καὶ ματαιολογίας, καὶ ἐὰν πράττῃς ἔργα ταπεινὰ καὶ ἀνάξια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστιανικοῦ ἐπαγγέλματός σου, ἤξευρε, ὅτι μὲ αὐτὰ ὅλα σμικρύνεις τὸν Κύριον· καὶ διὰ νὰ εἰπῷ καθολικῶς, κατὰ τὰς κακίας καὶ πάθη ὅπου ἀφίνεις καὶ σὲ κυριεύουν, ἔτσι σμικρύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ σοφὸς Ὠριγένης· «σμικρύνει ἡ ψυχὴ τὸν Κύριον, ἀναλόγως κατὰ τὴν κακίαν τὴν ἐνυπάρχουσαν αὐτῇ».
Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου
* Ἁγιονικοδημικὸν Ἀνθολόγιον, Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἐκδόσεις Σπηλιώτη.
orthodoxostypos