
Στη Θεσσαλονίκη είναι γνωστή μια πλατεία, η πλατεία Ναυαρίνου, ως η πιο αλλόκοτη και επικίνδυνη ακόμη και τις προμεσονύκτιες ώρες για διακίνηση ναρκωτικών. Πέρα απ' αυτό συγκεντρώνει περιθωριακά στοιχεία παντός είδους, κάθε καρυδιάς καρύδι, ανθρώπους με εκκεντρική εμφάνιση, ξυρισμένους, πανκ, μεθυσμένους, μποέμ, "μαστούρες", τα πάντα. Μ' άλλα λόγια η διέλευσή σου γινόταν μέχρι τώρα γρήγορα και κρατώντας σφιχτά την τσάντα, χωρίς ν' απαντάς σε πειράγματα ή ψευτοζητιανιές, για να μαζευτεί το ποσό της δόσης ή αλλιώς το κατοστάρικο για το εισιτήριο. Περνώντας απ' τα καίρια σημεία το πολύ - πολύ να έριχνες γρήγορες ματιές ψάχνοντας την αιτία, κοιτάζοντας στα πρόσωπα αυτών των παράξενων ανθρώπων, των δυνάμει εγκληματιών στη συνείδηση του "καθώς πρέπει" κόσμου, που ωστόσο περνούσε κι αυτός από 'κει. Κι ήταν πρόσωπα αλλοιωμένα τις περισσότερες φορές, με έντονα τα σημάδια της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικής παρέμβασης.
Ήταν. Γιατί τώρα; Τώρα δεν είναι. Μετά από δυο-τρεις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της αστυνομίας η πλατεία έμεινε απόλυτα "καθαρή". Απολαμβάνουμε πλέον τη βόλτα μας μη προσέχοντας στην τσάντα μας, ανενόχλητοι από θορύβους κι αποκρουστικές φάτσες, ικανοποιημένοι για την επάξια κοινωνία μας, που ξέρει εγκαίρως να απομακρύνει τους ανεπιθύμητους (αφήνοντας πλατείες νεκρές). Και το μόνο που μπορεί να ταράξει τη βραδιά μας είναι ίσως μια σκέψη, που ανεβαίνει αυθόρμητα. Μα πού πήγαν όλοι εκείνοι; Τι απέγιναν; Κάποια άλλη πλατεία καθιστούν "κακόφημη" ή διασκορπίστηκαν, για να χάσουν τη "δύναμή" τους; Κανείς δεν ξέρει. Ένα είναι το βέβαιο. Ότι ο φόβος "εβλήθη έξω". Αλλά όχι από την αγάπη, η οποία "έξω βάλλει τον φόβο". Όχι, κάθε άλλο. Απ' την υποκρισία μιας κοινωνίας που θέλει να ναρκισσεύεται εξαφανίζοντας (ή και "εξατμίζοντας" κατά τον Όργουελ) οτιδήποτε και οποιονδήποτε παρουσιάζεται ως ψεγάδι της. Η μετακίνηση τόσων ανθρώπων, στην προκειμένη περίπτωση, απ' τον ένα τόπο στον άλλο ή απλά και μόνο η δίωξή τους αποτέλεσε τη "θριαμβευτική" λύση σ'ένα φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας.
Και μεις, οι πολίτες οι χαϊδεμένοι, το καμάρι μιας κοινωνίας που μας νανουρίζει με χρηματιστήρια, clubbing και ζάπινγκ, κυκλοφορούμε άφοβα και με "μάτια ερμητικά κλειστά" μπροστά σ'αυτή την αφέλεια. Την αφέλεια να ξεχνάμε αυτούς τους ανθρώπους και την πρωτινή κατάσταση αυτής της πλατείας. Την αφέλεια να πιστεύουμε πως, επειδή τους μεταθέσαμε, έπαψαν να υπάρχουν. Υπάρχουν κάπου αλλού μακριά από μας ή και κοντά μας έχοντας τα ίδια προβλήματα, συνεχίζοντας να καταρρακώνουν τον εαυτό τους και να αυτοκαταστρέφονται, απλά πλέον κρυφά από μας, μην τυχόν και δει η κοινωνία στα πρόσωπά τους το δικό της πρόσωπο καθρεφτιζόμενο, τη δική της αποτυχία και ταραχτεί. Γιατί θέλει αγάπη για ν' αγκαλιάσεις τον άσωτο. Και μεις, η κοινωνία η καθώς πρέπει, δεν την έχουμε.
ΕΡΜΙΟΝΗ Β.

