Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Συντονιστής: Συντονιστές
- panagiotisspy
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 7181
- Εγγραφή: Πέμ Ιουν 04, 2009 4:57 am
- Τοποθεσία: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Δημήτρη ούτε κι' εσύ με κατάλαβες βρε αδελφέ μου..
Και βέβαια είμαι περήφανος και για την πατρίδα μου και για τη θρησκεία μου και για όλα.
Ο τίτλος όμως που εγώ έβαλα στο τόπικ, είναι "κάπως" κατά τη γνώμη μου, με την πρόταξη αυτής της λέξης μπροστά.
Για τον τύπο απολογήθηκα, όχι για την ουσία..
Και βέβαια είμαι περήφανος και για την πατρίδα μου και για τη θρησκεία μου και για όλα.
Ο τίτλος όμως που εγώ έβαλα στο τόπικ, είναι "κάπως" κατά τη γνώμη μου, με την πρόταξη αυτής της λέξης μπροστά.
Για τον τύπο απολογήθηκα, όχι για την ουσία..
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,Αγάπην δε μη έχω,γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν και έχω πάσαν την πίστιν,ώστε όρη μεθιστάνειν,Αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
- panagiotisspy
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 7181
- Εγγραφή: Πέμ Ιουν 04, 2009 4:57 am
- Τοποθεσία: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Ο ένας εκλαμβάνει την λέξη υπερηφάνεια ως δηλωτική του κενόδοξου και ψυχοφθόρου συναισθήματος για τους Χριστιανούς αλλά και όλους γενικώς.
Και ο άλλος, λόγω της τυπικής διόρθωσης που ζητώ για να "φαίνεται καλύτερα" ο τίτλος, λέει πως δεν είμαι υπερήφανος για την πατρίδα μου.
Δηλαδή τα άκρα αντίθετα..
Κανένα δεν ισχύει..
Ελεος.....
Γενικά έχω κουραστεί πολύ, να πρέπει να διϋλίσω τον κώνωπα και να πρέπει να γράφω ολόκληρες εκθέσεις ιδεών και "δοκίμια", για να μην παρεξηγούνται αυτά που γράφω.
Και αυτό έχω την αίσθηση δεν ισχύει μόνο για τα δικά μου γραπτά, αλλά είναι ένα γενικευμένο καινοφανές φορουμικό φαινόμενο..
Και ο άλλος, λόγω της τυπικής διόρθωσης που ζητώ για να "φαίνεται καλύτερα" ο τίτλος, λέει πως δεν είμαι υπερήφανος για την πατρίδα μου.
Δηλαδή τα άκρα αντίθετα..
Κανένα δεν ισχύει..
Ελεος.....
Γενικά έχω κουραστεί πολύ, να πρέπει να διϋλίσω τον κώνωπα και να πρέπει να γράφω ολόκληρες εκθέσεις ιδεών και "δοκίμια", για να μην παρεξηγούνται αυτά που γράφω.
Και αυτό έχω την αίσθηση δεν ισχύει μόνο για τα δικά μου γραπτά, αλλά είναι ένα γενικευμένο καινοφανές φορουμικό φαινόμενο..
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,Αγάπην δε μη έχω,γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν και έχω πάσαν την πίστιν,ώστε όρη μεθιστάνειν,Αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
-
Andreasmas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 963
- Εγγραφή: Σάβ Ιαν 31, 2009 1:23 pm
- Τοποθεσία: Κορινθία
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Θα συμφωνήσω και εγώ με το Δημήτρη ,Παναγιώτη.panagiotisspy έγραψε:Δημήτρη ούτε κι' εσύ με κατάλαβες βρε αδελφέ μου..
Και βέβαια είμαι περήφανος και για την πατρίδα μου και για τη θρησκεία μου και για όλα.
Ο τίτλος όμως που εγώ έβαλα στο τόπικ, είναι "κάπως" κατά τη γνώμη μου, με την πρόταξη αυτής της λέξης μπροστά.
Για τον τύπο απολογήθηκα, όχι για την ουσία..
Να πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για τα κατορθώματα των ηρώων μας και για όλες τις αρετές τους.
Αρετές που τους οδήγησαν αυτοβούλως κι όχι εξαναγκαστικά στο θείο χρέος τους .
Έκανες πολύ καλά που έβαλες μπροστά τη λέξη υπερηφάνεια ,έτσι όπως την έβαλες ,και που από μικροί στο σχολείο αυτό μάθαμε και με αυτά τα γράμματα ανδρωθήκαμε και εύχομαι να αποτελέσουμε και την πνευματική μαγιά στην εποχή που ζούμε ,στην εποχή της σήψης .
Μιλάμε για αρετές :ηρωϊσμό ,λεβεντιά ,θυσία ,χρέος ,καθήκον ....μιλάμε δηλ. για μια τέτοια υπερηφάνεια και γινόμαστε γραφικοί και μια άλλης σκοτεινής και νεφελώδης τάχα εποχής άνθρωποι.
Ε, όχι !Δεν είναι έτσι.
Λογίζομαι γάρ ότι ουκ άξια τά παθήματα του νυν καιρού πρός τήν μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς
- panagiotisspy
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 7181
- Εγγραφή: Πέμ Ιουν 04, 2009 4:57 am
- Τοποθεσία: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Τέλος πάντων, ας θεωρήσουμε το θέμα, ως εικαστικό ή αισθητικό για του καθενός την ιδιοσυγκρασία.
Ανδρέα εσύ με ξέρεις, ξέρεις ποιά είναι η άποψή μου γι' αυτά τα θέματα.
Ανδρέα εσύ με ξέρεις, ξέρεις ποιά είναι η άποψή μου γι' αυτά τα θέματα.
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,Αγάπην δε μη έχω,γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν και έχω πάσαν την πίστιν,ώστε όρη μεθιστάνειν,Αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
-
Andreasmas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 963
- Εγγραφή: Σάβ Ιαν 31, 2009 1:23 pm
- Τοποθεσία: Κορινθία
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Φυσικά ,και δεν αναφέρομαι στη <<περηφάνια>>, που κατά θαυμαστό τρόπο έχει συνδιαστεί με τον εγωϊσμό ,έπαρση...κ.ά.
Πέρα όμως απ` αυτό .
Ψάχνουμε κάθε φορά να επιλέξουμε τις πλέον κατάλληλες λέξεις για να αποδοθεί το νόημα που θέλουμε χωρίς παρερμηνείες και ασάφειες και που πολλές φορές δεν γίνεται κατορθωτό.
Αναρωτιέμαι:
Τι φταίει; Μπορεί εγώ ,εσύ ,ο τάδε,δε λέω.
Και ολοκληρώνω:
Μήπως σιγά σιγά ,αλλά σταδιακά γινόμαστε <<μια Βαβέλ>>;
Καλή σου νύχτα ,Παναγιώτη μου.
Πέρα όμως απ` αυτό .
Ψάχνουμε κάθε φορά να επιλέξουμε τις πλέον κατάλληλες λέξεις για να αποδοθεί το νόημα που θέλουμε χωρίς παρερμηνείες και ασάφειες και που πολλές φορές δεν γίνεται κατορθωτό.
Αναρωτιέμαι:
Τι φταίει; Μπορεί εγώ ,εσύ ,ο τάδε,δε λέω.
Και ολοκληρώνω:
Μήπως σιγά σιγά ,αλλά σταδιακά γινόμαστε <<μια Βαβέλ>>;
Καλή σου νύχτα ,Παναγιώτη μου.
Λογίζομαι γάρ ότι ουκ άξια τά παθήματα του νυν καιρού πρός τήν μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς
- Captain Yiannis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3182
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 18, 2008 9:34 pm
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου...fotios έγραψε:Θα μας τρελάνετε εντελώς εσείς οι "θρησκευτικοί" "ταπεινοί" άνθρωποι!!!
Πραγματικά βλέπω πιο μεγάλη ειλικρίνεια,απλότητα και καθαρότητα μυαλού σε
ανθρώπους "κοσμικούς" από τους θρησκεύοντες....
Τι λες βρε Παναγιώτη που συμφωνείς με και με τον Γιάννη που έφερε το εντελώς άσχετο κείμενο...της Παλαιάς Διαθήκης..
Έχτε μπερδέψει τα αυγά με τα πασχάλια!!!
Άλλο η υπερηφάνεια και εγωισμός ενός προσώπου ως πάθος που δεν χρειάζεται να μιλήσουμε και να το
αναλύσουμε...και άλλο η Εθνική υπερηφάνεια, χαρά δηλαδή και η τιμή στην Πατρίδα μας!!!
Οι Έλληνες ως απόγονοι του Σπαρτιάτη Λεωνίδα, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του τελευταίου βυζαντικού Αυτοκράτορα
Κωνσταντίνου Παλαιολόγου,των ηρώων του 21 και του 1940 έχουν την ανδρεία και το μεγαλείο μέσα τους..
αισθάνονται το μεγαλείο της Ελληνορθόδοξης Πατρίδας τους και ριγούν από χαρά και κλαίνε!!!
Είδατε σήμερα τα γεροντάκια να κλαίνε για την πατρίδα τους και τις ανδρείες γυναίκες να μιλάνε
για πατριωτισμό;;; Λοιπόν όλες αυτές τις τοποθετήσεις τις θεωρώ επικίνδυνες, δειλές, ανεδαφικές
και ανάξιες λόγου. Λυπάμαι. Τέλος για σήμερα. Καλό βράδυ.
Δόξα τω Θεώ , Πάντων Ένεκεν.
Κανείς δεν είναι τέλειος και κανείς δεν θα πρέπει να απαιτεί από τους άλλους τελειότητα.
Όλοι ως ατελείς πορευόμαστε και με ατέλειες συμπορευόμαστε.
Η τελειότητα δεν ανήκει στους ανθρώπους παρά μονάχα στον Θεό.
Όλοι ως ατελείς πορευόμαστε και με ατέλειες συμπορευόμαστε.
Η τελειότητα δεν ανήκει στους ανθρώπους παρά μονάχα στον Θεό.
-
aposal
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 26150
- Εγγραφή: Παρ Απρ 13, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Απόστολος @ Άγιος Δημήτριος (Μπραχάμι)
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
Γι' αυτό λοιπόν ας σταματήσουν οι παρελάσεις και οι λοιπές τιμές προς όλους αυτούς που μας πρόσφεραν το περίφημον "ΕΠΟΣ του 40"!
Πόσο μακρινά φαίνονται όλα αυτά τώρα, που έχουμε την τρόϊκα πάνω από το κεφάλι μας!
Τους καλούς Γερμανούς και λοιπούς φίλους εντός κι εκτός της Ε.Ε. τους οποίους σήμερα προσκυνάμε ενώ πριν από 70 χρόνια ένας δικτάτορας τους έφτυσε κατάμουτρα!
Γειά σου ρε Αμερική φίλη και σύμμαχη χώρα! Τι θα είμασταν χωρίς εσένα!
Πόσα καλά πράγματα έκανες για μας κι εμείς οι αχάριστοι δεν σε ευγνωμονούμε νυχθημερόν!
Γειά σου ρε Πρόεδρε, καταπιεσμένε μαύρε, που ήρθες για να δώσεις λευτεριά στους πονεμένους λαούς που τους νιώθεις στο πετσί σου, γιατί από αυτούς προέρχεσαι!
Και είπες και το "Πάτερ ημών" κατά την ορκομωσία σου και όλα τα Αμερικανάκια χειροκροτούσαν χαρούμενα.
(Τώρα το ποιον εννοούσες με τον "Πάτερ" είναι άλλο θέμα)
Πόσο μακρινά φαίνονται όλα αυτά τώρα, που έχουμε την τρόϊκα πάνω από το κεφάλι μας!
Τους καλούς Γερμανούς και λοιπούς φίλους εντός κι εκτός της Ε.Ε. τους οποίους σήμερα προσκυνάμε ενώ πριν από 70 χρόνια ένας δικτάτορας τους έφτυσε κατάμουτρα!
Γειά σου ρε Αμερική φίλη και σύμμαχη χώρα! Τι θα είμασταν χωρίς εσένα!
Πόσα καλά πράγματα έκανες για μας κι εμείς οι αχάριστοι δεν σε ευγνωμονούμε νυχθημερόν!
Γειά σου ρε Πρόεδρε, καταπιεσμένε μαύρε, που ήρθες για να δώσεις λευτεριά στους πονεμένους λαούς που τους νιώθεις στο πετσί σου, γιατί από αυτούς προέρχεσαι!
Και είπες και το "Πάτερ ημών" κατά την ορκομωσία σου και όλα τα Αμερικανάκια χειροκροτούσαν χαρούμενα.
(Τώρα το ποιον εννοούσες με τον "Πάτερ" είναι άλλο θέμα)
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
- faviola
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 721
- Εγγραφή: Σάβ Σεπ 17, 2011 4:39 pm
- Τοποθεσία: Άννα, Κόρινθος
ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
Επειδή θα λείπω από τις 27- 30 Οκκτωβρίου θα σας μεταφέρω λίγο νωρίτερα στο πνεύμα της μεγάλης αυτής ημέρας για την Ιστορία μας.
ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940) (Νικηφόρος Βρεττάκος)
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιός πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιός,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγησε ο Πίνδος
σαν να 'χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατἐβαζαν
τραγούδια και αναπήδαγν τα ἐλατα και χόρευαν
οι πέτρες. Κι όλοι φώναζαν:
" Ἲτε παῖδες Ἑλλήνων..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν.
Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπἐρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα
κι ανηφόριζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω από την άλλη.
Αφιερωμένο στις ηρωικές μανάδες των ηπειρώτικων χωριών..... ΑΙΩΝΙΑ ΣΑΣ Η ΜΝΗΜΗ!!!!!
ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940) (Νικηφόρος Βρεττάκος)
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιός πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιός,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγησε ο Πίνδος
σαν να 'χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατἐβαζαν
τραγούδια και αναπήδαγν τα ἐλατα και χόρευαν
οι πέτρες. Κι όλοι φώναζαν:
" Ἲτε παῖδες Ἑλλήνων..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν.
Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπἐρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα
κι ανηφόριζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω από την άλλη.
Αφιερωμένο στις ηρωικές μανάδες των ηπειρώτικων χωριών..... ΑΙΩΝΙΑ ΣΑΣ Η ΜΝΗΜΗ!!!!!
Κύριε τό σόν θέλημα γενέσθω και μή τό 'εμόν.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
- panagiotisspy
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 7181
- Εγγραφή: Πέμ Ιουν 04, 2009 4:57 am
- Τοποθεσία: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Re: ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ....
Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε τη διαταγη να κινησουμε
παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να
πιασουμε τις γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα ως Τεπελενι.
Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον
οι μισοι και δεν αντεχανε αλλο.
Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια. Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι
μας παλι στα γλυκα τριξιματα της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου
ή τον αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να γυρισουμε στο μονο
αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των
πολυβολων.
Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με
κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο.
Επειδη το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη μας. Και τις λιγες
φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε, μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι
σοβαροι κι αμιλητοι, φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.
Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και ξυνομασταν με λυσσα ωρες
πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα. Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο
κι απ' την κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η σφυριχτρα,
σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου
ξημερωσει και μας βαλουνε στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή
τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε το φως.
Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε
ονειρα. Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και
που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ' αλλω λογιω ξιναρια
και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα να 'ναι.
Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το
γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια,
και δειλα συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη
τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο,
δεν ειμασταν οι ιδιοι. Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις γενιες
και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού 'χαν λευκανει απ' τα
περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97
ή του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και
σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια,
χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να
λογαριαζουμε αλλο τιποτε. Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους
ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή Μοιρα
- ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ' αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε
Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες
εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες
στην ψυχη μας.
Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς,
μητε φτωχους και πλουσιους, το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,
δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο και το βαρυ των κανονιων, το ξερο
και το γρηγορο των πολυβολων. Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'
αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους. Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι
νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο
για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για
σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που
ανεβαιναν, καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου", "όι, όι μανα μου", και
καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο
ρογχος του θανατου.
Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα
γιουρουσια που κάναν τα περιπολα. Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα
ή σοκολατες. Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια
μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.
Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν
μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες....
Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε τη διαταγη να κινησουμε
παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να
πιασουμε τις γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα ως Τεπελενι.
Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον
οι μισοι και δεν αντεχανε αλλο.
Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια. Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι
μας παλι στα γλυκα τριξιματα της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου
ή τον αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να γυρισουμε στο μονο
αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των
πολυβολων.
Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με
κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο.
Επειδη το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη μας. Και τις λιγες
φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε, μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι
σοβαροι κι αμιλητοι, φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.
Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και ξυνομασταν με λυσσα ωρες
πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα. Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο
κι απ' την κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η σφυριχτρα,
σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου
ξημερωσει και μας βαλουνε στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή
τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε το φως.
Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε
ονειρα. Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και
που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ' αλλω λογιω ξιναρια
και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα να 'ναι.
Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το
γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια,
και δειλα συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη
τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο,
δεν ειμασταν οι ιδιοι. Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις γενιες
και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού 'χαν λευκανει απ' τα
περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97
ή του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και
σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια,
χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να
λογαριαζουμε αλλο τιποτε. Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους
ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή Μοιρα
- ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ' αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε
Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες
εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες
στην ψυχη μας.
Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς,
μητε φτωχους και πλουσιους, το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,
δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο και το βαρυ των κανονιων, το ξερο
και το γρηγορο των πολυβολων. Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'
αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους. Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι
νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο
για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για
σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που
ανεβαιναν, καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου", "όι, όι μανα μου", και
καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο
ρογχος του θανατου.
Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα
γιουρουσια που κάναν τα περιπολα. Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα
ή σοκολατες. Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια
μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.
Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν
μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες....
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,Αγάπην δε μη έχω,γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν και έχω πάσαν την πίστιν,ώστε όρη μεθιστάνειν,Αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
- faviola
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 721
- Εγγραφή: Σάβ Σεπ 17, 2011 4:39 pm
- Τοποθεσία: Άννα, Κόρινθος
Re: Υπερηφάνεια για την 28η Οκτωβρίου 1940
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Άσμα Ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγὀ της Αλβανίας
Ήταν γενναίο παιδί
Με το θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτασάνε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Πού δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
- Φωτιά στην άνομη φωτιά!-
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημιάς
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!
Ήταν γενναίο παιδί
Με το θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτασάνε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Πού δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
- Φωτιά στην άνομη φωτιά!-
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημιάς
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!
Κύριε τό σόν θέλημα γενέσθω και μή τό 'εμόν.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.