Προς Κερκυραίους αδελφούς το ανάγνωσμα...Πρόσχωμεν!
Δημοσιεύτηκε: Δευ Απρ 16, 2007 6:10 am
Σπυρίδων ο Τριμηθούντος
Αφηγηματική βιογραφία Σώτου Χονδρόπουλου, εκδ. «Καινούργια Γή», 2000, τηλ. 210-983-9600
Τα σχέδια του καθολικού βενετσιάνου.
«Ωστόσο ο Ανδρέας Πιζάνης, ο αρχιναύαρχος του Βενετσιάνικου στόλου και διοικητής στούς Κορφούς( Κέρκυρας), κάθε νύκτα τιναζόταν σύγκορμος. Το κλινάρι του συνέχεια τριζοβολούσε. «Αρχάγγελοι που βρίσκεσθε;»... Παρόμοιο θαύμα ( της καταστροφής της Τουρκικής αρμάδας απο τον Άγιο Σπυρίδωνα), δεν είχε ματακούσει , μήτε στο όνειρό του. Χμ, ποιός μπορεί να πεί ,(αν τον έπιαναν οι Τούρκοι αιχμάλωτο) πώς θα σούβλιζαν το σαρκίο του, ποιός θα μπορούσε να μαντέψει με ποιό επαίσχυντο τρόπο θα ξεψυχούσε. Σίγουρα κι αν τον έσερναν αλυσοδεμένο στον Σουλτάνο , τι τον περίμενε; Ατίμωση, ντροπή, πνιγμός...
Σαν φανατικός στην τιάρα του πάπα δεν πολυεκτιμούσε τους Ορθοδόξους. Και διατηρούσε Λατίνο ιερέα σύμβουλο στα΄εκκλησιαστικά. Φημισμένο γύρω από την «εμπράγματηαπολογητική» και την νεώτερη θεολογία. Χμ, βέβαια ο θαυματουργός ( Άγιος Σπυρίδων) με το άγιό του λείψανο , σαν προβυζαντινός Άγιος , βρέθηκε στα΄χέρια των ορθοδόξων. Τι να υπάαρχει άραγε ψηλά στον ουρανό , πώς και με τί να κινε’ιται η αόρατη βασιλεία; Μα ωραιότατο και θαυμαστό κομμάτι του ουρανού και του μεγαλείου του δεν είνει τάχα εδώ κάταω ο τόπος όπυ ζούμε; Οι ορθόδοξοι σε ποιό τομέα διέπρεπαν;
Κάτω εκεί στά χώματα της πατρίδας τους , λόγου χάρη, γιά αιώνες σέρνονταν ραγιάδες. Ρημαγμένοι , σκορπισμένοι, καταφρονεμένοι. Ενώ ο πανάγιος πατέρας της Ρώμης, πρώτος μέσα σε πρώτους, με σταυρό και ξίφος διαφέντευε την οικουμένη. Αντιπροσώπευε τον Αναστημένο Χριστό , τον έχοντα εξουσία « ουρανίων , επιγείων και καταχθονίων» στή γή. Τόξευε όπου περνούσε σεβασμό, ανάκυψη των αυχένων.
Το κλινάρι του συνέχεια μετά την αποχώρηση του φοβερού αντιπάλου, τις νύκτες τριζοβολούσε. «Θα πρέπει να κάνω και γιά λόγους τάξεως κάποια θερμή ευχαριστία στον θαυματουργό μας», συλλογίστηκε. «Κάτι που να εντυπωσιπάζει και να μείνει. Και με το πέρασμα των καιρών να θυμίζει τούτο το αδιαφιλονίκητο γεγονός». «Τό βρήκα», για μια΄στιγμή αναφώναξε. Τόσο δυνατά , που ξύπνησε τον υπηρέτη. «Η αγία έδρα επιθυμεί να συμπεριληφθούν στό σκήπτρο της οι πάντες. Και προπαντός οι Γραικοί. Θα φτιάξω λοιπόν Λατινική Αγία Τράπεζα («αλτάρι») απο καθαρό λαξευμένο μάρμαραο. Και θα την τοποθετήσω παράπλευρα στην κεντρική του ιερού( των γραικών). Έτσι δίχως θόρυβο και σιγά- σιγά».
Τόπε και το αποφάσισε. Άρχοντας και διοικητής ήταν.
Ο Άγιος Σπυρίδων εμφανίζεται και προειδοποιεί τον καθολικό να μην μπεί σε εκκλησία Ορθοδόξων...
Αλλά πόσο μωροί αποδεικνύονται όσοι μπερδεύουν την αγία δύναμη με τα δικά τους μέτρα. Ήταν ποτέ δυνατόν η Θεία Χάριςτης μιάς και ανόθευτης Εκκλησίας , η οποία συνέχεια παρουσίαζε καταπληκτικά σΣημεία στούς Ορθοδόξους , ν ‘ αφήσει ο Ναός του Αγίου να γινόταν παπική συμπαράσταση και μαρτυρία;
«Σιγά- σιγά «, σκεφτόταν ο Ανδρέας Πιζάνης. «Με την αδυναμία των Γραικών, με τις ανάγκες των ραγιάδων». Ήταν ποτέ δυνατόν ο ίδιος ο Άγιος , ο οποίος όσο κι αν δεν έζησε να δεί αργότερα το σχίσμα, τόβλεπε τώρα ολοζώντανος από την θριαμβεύουσα και συνέχεια θαυματουργούσε , ήταν ποτέ δυνατόν ν’ άφηνε έπειτα από την καταπληκτική του επέμβαση στούς Τούρκους να γινόταν τέτοιο πραξικόπημα; Ποτέ δεν θα συγχωρούσε να γινόταν η Θεία Λειτουργία απο ετεροδόξους με άζυμα και αυθαίρετες προσθήκες.
Φανερώθηκε λοιπόν την νύκτα δύο φορές στον άρχοντα Πιζάνη. Απλός, ήρεμος, καταδεκτικός, όπως έζησε εδ΄ώ και χίλια χρόνια στην Κυπριακή γή. Με ράσο μοναχού. Σκελετωμένος, οδοιπόρος.
-Αυτό που αποφάσισες να διαπράξεις να μη γίνει.
-Ποίο;
- Το αλτάρι( αγία τράπεζα των λατίνων) , που επιθυμείς να μου αφιερώσεις απο καθαρό μάρμαρο.
Ξεπετάχθηκε από το στρώμα τρομαγμένος. Κίτρινος σάν το λεμόνι. Η τόση δα ταραχή του από που προερχόταν;
-Το ιερό λείψανο , παραδέχομαι, ανήκει στους ορθοδόξους, τραύλισαν τα χείλη του. Αλλά πάλι...
Καθώς έφεξε , καθώς αντήχησαν έξω οι συνηθισμένοι θόρυβοι και προχώρησε η μέρα, συνήλθε. Ένιωσε την εξουσία χορευτρια να του χαμογελά . Χόποτα χόπ, χόποτα χόπ. Έστειλε και κα΄λεσε το συμβούλο στα εκκλησιαστικά, δεινό ρήτορα και θεολόγο. Ώ,ήταν και χαίδεμένο παιδί του Ντουτσίου των Λεβαντίνων( Δούκα της Βενετίας) , ερευνητής, διπλωμάτης, βιβλιοφάγος.
- Τό και τό είδα καθ’ ύπνους , πάτερ.
- Ώ, τι φρικτό ξεγέλασμα! Πιστεύετε , εξοχώτατε , στα΄όνειρα; Δηλαδή με ποιό τρόπο συνομιλήσατε στό όνειρό σας με τον Τριμυθούντος;
- Μα σας εξήγησα , πάτερ. Τον είδα ολοζώντανο σε απόσταση δύο με΄τρων. Φορούσε ορθόδοξο μοναχικό ρα΄σο.
- Κρατούσε τίποτε;
- Νομίζω κρατούσε κεραμίδι.
- Τίποτα, κουραφέξαλα.
- Δηλαδή;
- Αυταπάτη. Τί λέω; Ολοκάθαρος δαιμονικός πειρασμός. Μην αμφιβάλλετε. Μετεμορφώθη κάποιος δαίμονας σε ασκητή. Γιατί; Απλούστατα. Για να εμποδίσει την θεάρεστη προσφορα΄σας.
Ανακουφίστηκε ο Βενετσιάνος. Και χαμογέλασε. Πολύ σοφός και διαβασμένος αυτός ο θεολόγος. ...
Ωστόσο την επομένη νύκτα, νάσου πα΄λι ο γέροντας. Βάδιζε σιγά-σιγάκαι στο πρόσωπό του ξεχώριζε αγανάκτηση.
-Παρατήρησα δεν πειθαρχείς σε όσα σε συμβούλευσα. Και παίζεις με την φωτιά . Αναναστατώνεις το σπίτι μου , θα το μετανοιώσεις. Δίχως και τίποτε να ωφεληθείς.
Πετάχτηκε από το στρώμα περισσότερο ταραγμένος. Κατακίτρινος. Καινούργια ταραχή. Ηταραχή φέρνει δειλία. Σκοτάδι, δειλία, πειρασμός...
-Περίεργο, τραύλισαν τα χείλη του. Αυτό δεν είναι όνειρο , μήτε αυταπάτη.
Ντύθηκε πρόχειρα, χτύπησε το κουδούνι , ξύπνησε τους υπηρέτες. ....
Ο καθολικός αποφασίζει ενάντια στον Άγιο.
Μόλις ξημερώσει , είχε πεί. Ξημέρωσε,, 11η Νοεμβρίου 1718. ..
- Ο Άρχοντας με τους υποτακτικούς ....
- Πώς;
- Mε τον δημόσιο μηχανικό, τον κόντε Ιντζενιέρο...
- Κατέβηκε να προσκυνήσει.
- Μεγάλη η χάρη του πολιούχου .
Όμως δεν ήταν το συνηθισμένο προσκύνημα . Ο μηχανικός με την μεζούρα έπαιρνε σκύβοντας , πλάτος, ύψος, μήκος για το στήσιμο του αλταρίου. ..
-Έτσι θα γίνει , εξοχώτατε....
- Λαμπρα΄, επιβεβαίωνε , ο ξυρισμένος σύμβουλος...
Ξάφνου αναφάνηκε ανάμεσά τους κα΄ποιος ορθόδοξος κληρικός. Κι από κοντα΄κι ένας άλλος.
-Μαρίνος Βούλγαρης, εξοχώτατε , ψιθύρισαν τα χείλη του. Πρεσβύτερος με τον βαθμό της ιερωσύνης. Σακελλάριος.
-Πρωτόπαπας Σπυρίδων Βούλγαρης....
-Μα φυσικά σας γνωρίζω. Πρός τι αναφέρετε και τους τίτλους;
- Συμπαθήσατέ μας.
-Κατέχετε νομίμως την ιδιοκτησίαν του Λειψάνου. Λοιπόν;
- Σας παρακαλούμε , εξοχώτατε.... Εκ μέρους του λαού, εκ μέρους των Κορφιατών ( Κερκυραίων) ,σας ικετεύομε, μή διαπράξετε μια τέτοια καινοτομία. Έχετε εις την διάθεσή σας τόπους ιδικούς σας. Ίσως ο Άγιος να μή δεχθεί να γίνει....
- Απομακρυνθείτε, φύγετε, ανέκραξε. Ελάτε εδώ μιά στιγμή, γιά πλησιάστε.
- Στις διαταγές σας.
-Αν δεν παύσετε να αντιδράτε , αν παρακούσετε στο θέλημά μου ή αν με ξαναενοχλήσετε, θα διατάξω να σας δέσουν και να σας ρίξουν στις καραβέλες. Καταλαβαίνετε; Θα σας στείλω να τραβάτε κουπί στα΄κάτεργα. Για να μην ξαναδείτε ποτέ το φώς του ήλιου. Τι νομίζετε ότι διαπράττω; Στήνω θυσιαστήριον, πρός δόξαν της εκκλησίας. Είναι κάτι τέτοιο παρανομία;....
Τραβήχτηκαν σκυφτοί, απελπισμένοι. Ένα σμάρι λαός εκεί δίπλα, άκουσε και σταυροκοπήθηκε.
-Ιησούς Χριστός νικά...
-Παράκληση στή λάρνακα του Αγίου, πρότεινε κάποιος.
-Παράκληση, ψιθύρισαν αρκετοί...
Και κινήθηκαν, προχώρησαν, βρέθηκαν στα δεξιά. Τους ακολούθησε πλήθος. Άνοιξαν την λάρνακα, άναψαν όλοι τους κεριά μελίσσης, και σιγοψέλνοντας άφησαν τα δάκρυά τους να βρέξουν τα χρυσοκέντητα άμφια . Κανένας τους δεν μετρούσε την ώρα. Σφίγγονταν οι καρδιές από την θλίψη.
-Λύχνον άσβεστον η Εκκλησία , λίθον τίμιον των Κερκυραίων.
...Η θεία τιμωρία.
Μεσημέριασε, βράδιασε, σταμάτησαν οι θόρυβο
ι. ...Από στιγμή σε στιγμή θα ξημέρωνε η 12η Νοεμβριου. Και οι τεχνίτες του ηγεμονα θα ανασκουμπώνονταν , θα δούλευαν να στήσουν στο ναό του Αγίου Τριμυθούντος το μαρμάρινο αλτα΄ρι.
Αλλά τι συμβαίνει; Βρέχει...όχι, ακόμη δεν βρέχει. Θρόίσμα ξέμακρης νεροποντής; Μπάμ,μπούμ,μπάμ. Αστρπές, βροντές , αστροπελέκια! Τί γίνεται; Χαλασμός κόσμου. Φωτίζεται ολόγυρα η πόλη, φωτίζεται πέρα στό κα΄στρο, η αρχονταρία. ..οι αποθήκες με τα πυροβόλα. Οφρουρός της πύλης ταράζεται. Βλέπει κοντά κάποιο γέροντα με ρα΄σο. Κρατάει στά χέρια αναμμένο δαυλό.
-Ποιός είσαι , ανακράζει. Γιά πού τόβαλες, απαγορεύεται... Γιαδες θράσος! Προχωρεί, μήτε δίνει σημασία.
-Ά, μα δεν υποφέρεσαι. Φυλάξου, πέσε, πυροβολώ. Θα σε σκοτώσω. Ποιός είσαι;
Μπάμ, μπούμ, καινούργιο αστροπελέκι. Η θάλασσαα ξεχωρίζει από την στεριά. Ο Γέροντας , για΄δές, κα΄νει τώρα στροφή. Ζηγώνει , τον παρατηρεί. Κατάματα.
-Είμαι ο Σπυρίδων, σιγολέει.
Και παρευθύς απλώνει τον δαυλό, τον αρπάζει από το δεξί , τον σήκωσε σαν πούπουλο! Και «πάπ» τον πεταέι μακριά. Τον εκσφενδονίζει.
-Που είμαι , φωνάζει τρομαγμένος ο φρουρός. Πού βρέθηκα;
-Τι έπαθες ,μωρέ φρουρέ, τι μουρμουρίζεις; του λέιεκάποιος ρακοσυλλέκτης.
-Πώς;
-Δεν βλέπεις; Βρίσκεσαι στήν Κέρκυρα, στη μεγάλη πλατεία, στη Σπιανάδα.
-Και πώς από το Κάστρο δια΄βηκα την θάλασσα;
-Θα κολύμπησες...μα δεν φαίνεσαι και μουσκεμένος.
-Στη Σπιανάδα όρθιος με το ντουφέκι! Δίχως να σπασουνε τα κόκκαλά μου!
-Κοιμάσαι όρθιος. Τι όνειρο βλέπεις;
-Θεέ μου, είμαι ζωντανός, πατώ στή γή. Ο μοναχός, ο Σπυρίδων! Μέγας είσαι Χριστέ...Μέγας ο Άγιος των Ορθοδόξων!
Και πέρα εκεί στό νησάκι στό Κάστρο , στην αρχονταρία στην Μονετζιόνα την ίδια ώρα έπιασαν να γίνονται παρα΄δοξα και φοβερά. Πήρε από τους κεραυνούς φωτιά η μπαρουταποθήκη.
Ηκαταστροφή υπήρξε απερίγραπτη. «Άνοιξε» , γράφει στό έργο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ» ο υπέροχος Αθανάσιος ο Πάριος , «άνοιξε η αποθήκη της Μονετζιόνος και η ταύτη έξαψις ανέτρεψε τας οικοδομάς όπου ήταν εκεί μέσσα εις το Κασέλλι , τότε παλα΄τιον του ηγεμόνος, και πάντα τα περί αυτό. Κια ο μεν Ηγεμών ευρέθη νεκρός από δύο δοκάρια , όπου του περιέσφγγον τον τράχηλον ,τρόπον τινάωσάν διωρισμένα δια΄να τελειώσουν το τοιούτο έργον,. Ο δε καθολικός θεολόγος ευρέθη έξω από το τειχόκαστρον , μέσα εις το χαντάκι εκείνοεις το οποίο συρρέουσι και στργγίζουσι οι βρώμες όλων των αποχωρητηρίωντου άστεως , δια΄χειρός έχων την αισχύνην της σαρκός του,άξια προοίμια λαβών της μισθαποδοσίας της αρίστης συμβουλής του και της λαμπράς του πολιτείας. Απώλετο δε και πολύς λαός ανδρών τε και γυναικών εκ τε της αυλής του ηγεμόνος και των εκτός , ψυχαί ως εννεακόσιαι».
Άλλα δύο φοβερά σημεία...
Αλλά καθώς συνεχίζει ο Αθανάσιος Πάριος ( αδιαφιλονίκητος ευσεβής και χρονικογράφος αγωνιστής) συνέβησαν την ίδια πα΄λι ώρακαι άλλα δύο φοβερά σημεία. Ηαφιερωμένη κανδήλα πούχε προσφέρει ο Πιζάνης μεα΄την φυγή των πολιορκητών βαρβάρων Τούρκων κα ικρεμόταν καταμπροστα΄στό Άγιο Λείψανο έπεσε χάμου. « Συνετρίβη την βάσιν μηδεμιάς άλλης μηδέν όμοιον παθούσηςαπό πάσας πολλάς όπου εκεί κρέμανται. Και με όλον οπού εκρέματο από μίαν άλυσιν πολλά δυνατήν.
Φαίνεται και την σήμερον το πάθος της κανδήλας , ήγουν της βάσεως. Επειδή έτσι καθώς ευρέθη πάλιν την εκρέμασαν, και παραμένει μαρτυρούσα το συμβάν με αλαλήτους φωνάς».
Ακόμη το σπουδαιότερο , εκέεί μακριά στή Βενετία. Στο οικογενεικό μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη , κερυνός έπεε κα ιτρύπησετη ίδια στιγμή και «κατέκαυσν» το πορτραίτο του. Την εικόνα του, την ζωγραφιά του. Τίποτε άλλο....Τα αδέλφια του , οι συγγενείς κα ιοι φίλοι , ένα σμάρι λατίνοι λαϊκοί και εκκλησιαστικοί, το εξήγησαν σαν κακό οιωνό....
Την επομένη ημέρα θρήνος και κλαυθμός στούς βενετσιάνους. Σιωπηλός, μουλωχτός, για να μην γίνεται θόρυβος και συζήτηση.
Ο Πρεβεδούρος , ο λατινεπίσκοπος κι άλλοι της εξουσίας έδωκαν εντολή να σηκωθούν, να εξαφανιστούν τα αίτια της καταστροφής. Αποτράβηξαν κα ι την μαρμάρινη πλάκα, το αλταρι. Το έφεραν και το εναπόθεσαν στο Δόμο, στον φράγκικο ναό, στη δική τους Μητρόπολη. Εκεί μπορεί να το ανταμώσει ο ερευνητής. Ο Αθανάσιος υπογραμμίζει ότι «οράται ακουμπισμένη η πλάξ χαμηλά, κατα΄το πλάγιον, πλησίον στο μέγα αλταρι». (συνεχίζεται)
Αφηγηματική βιογραφία Σώτου Χονδρόπουλου, εκδ. «Καινούργια Γή», 2000, τηλ. 210-983-9600
Τα σχέδια του καθολικού βενετσιάνου.
«Ωστόσο ο Ανδρέας Πιζάνης, ο αρχιναύαρχος του Βενετσιάνικου στόλου και διοικητής στούς Κορφούς( Κέρκυρας), κάθε νύκτα τιναζόταν σύγκορμος. Το κλινάρι του συνέχεια τριζοβολούσε. «Αρχάγγελοι που βρίσκεσθε;»... Παρόμοιο θαύμα ( της καταστροφής της Τουρκικής αρμάδας απο τον Άγιο Σπυρίδωνα), δεν είχε ματακούσει , μήτε στο όνειρό του. Χμ, ποιός μπορεί να πεί ,(αν τον έπιαναν οι Τούρκοι αιχμάλωτο) πώς θα σούβλιζαν το σαρκίο του, ποιός θα μπορούσε να μαντέψει με ποιό επαίσχυντο τρόπο θα ξεψυχούσε. Σίγουρα κι αν τον έσερναν αλυσοδεμένο στον Σουλτάνο , τι τον περίμενε; Ατίμωση, ντροπή, πνιγμός...
Σαν φανατικός στην τιάρα του πάπα δεν πολυεκτιμούσε τους Ορθοδόξους. Και διατηρούσε Λατίνο ιερέα σύμβουλο στα΄εκκλησιαστικά. Φημισμένο γύρω από την «εμπράγματηαπολογητική» και την νεώτερη θεολογία. Χμ, βέβαια ο θαυματουργός ( Άγιος Σπυρίδων) με το άγιό του λείψανο , σαν προβυζαντινός Άγιος , βρέθηκε στα΄χέρια των ορθοδόξων. Τι να υπάαρχει άραγε ψηλά στον ουρανό , πώς και με τί να κινε’ιται η αόρατη βασιλεία; Μα ωραιότατο και θαυμαστό κομμάτι του ουρανού και του μεγαλείου του δεν είνει τάχα εδώ κάταω ο τόπος όπυ ζούμε; Οι ορθόδοξοι σε ποιό τομέα διέπρεπαν;
Κάτω εκεί στά χώματα της πατρίδας τους , λόγου χάρη, γιά αιώνες σέρνονταν ραγιάδες. Ρημαγμένοι , σκορπισμένοι, καταφρονεμένοι. Ενώ ο πανάγιος πατέρας της Ρώμης, πρώτος μέσα σε πρώτους, με σταυρό και ξίφος διαφέντευε την οικουμένη. Αντιπροσώπευε τον Αναστημένο Χριστό , τον έχοντα εξουσία « ουρανίων , επιγείων και καταχθονίων» στή γή. Τόξευε όπου περνούσε σεβασμό, ανάκυψη των αυχένων.
Το κλινάρι του συνέχεια μετά την αποχώρηση του φοβερού αντιπάλου, τις νύκτες τριζοβολούσε. «Θα πρέπει να κάνω και γιά λόγους τάξεως κάποια θερμή ευχαριστία στον θαυματουργό μας», συλλογίστηκε. «Κάτι που να εντυπωσιπάζει και να μείνει. Και με το πέρασμα των καιρών να θυμίζει τούτο το αδιαφιλονίκητο γεγονός». «Τό βρήκα», για μια΄στιγμή αναφώναξε. Τόσο δυνατά , που ξύπνησε τον υπηρέτη. «Η αγία έδρα επιθυμεί να συμπεριληφθούν στό σκήπτρο της οι πάντες. Και προπαντός οι Γραικοί. Θα φτιάξω λοιπόν Λατινική Αγία Τράπεζα («αλτάρι») απο καθαρό λαξευμένο μάρμαραο. Και θα την τοποθετήσω παράπλευρα στην κεντρική του ιερού( των γραικών). Έτσι δίχως θόρυβο και σιγά- σιγά».
Τόπε και το αποφάσισε. Άρχοντας και διοικητής ήταν.
Ο Άγιος Σπυρίδων εμφανίζεται και προειδοποιεί τον καθολικό να μην μπεί σε εκκλησία Ορθοδόξων...
Αλλά πόσο μωροί αποδεικνύονται όσοι μπερδεύουν την αγία δύναμη με τα δικά τους μέτρα. Ήταν ποτέ δυνατόν η Θεία Χάριςτης μιάς και ανόθευτης Εκκλησίας , η οποία συνέχεια παρουσίαζε καταπληκτικά σΣημεία στούς Ορθοδόξους , ν ‘ αφήσει ο Ναός του Αγίου να γινόταν παπική συμπαράσταση και μαρτυρία;
«Σιγά- σιγά «, σκεφτόταν ο Ανδρέας Πιζάνης. «Με την αδυναμία των Γραικών, με τις ανάγκες των ραγιάδων». Ήταν ποτέ δυνατόν ο ίδιος ο Άγιος , ο οποίος όσο κι αν δεν έζησε να δεί αργότερα το σχίσμα, τόβλεπε τώρα ολοζώντανος από την θριαμβεύουσα και συνέχεια θαυματουργούσε , ήταν ποτέ δυνατόν ν’ άφηνε έπειτα από την καταπληκτική του επέμβαση στούς Τούρκους να γινόταν τέτοιο πραξικόπημα; Ποτέ δεν θα συγχωρούσε να γινόταν η Θεία Λειτουργία απο ετεροδόξους με άζυμα και αυθαίρετες προσθήκες.
Φανερώθηκε λοιπόν την νύκτα δύο φορές στον άρχοντα Πιζάνη. Απλός, ήρεμος, καταδεκτικός, όπως έζησε εδ΄ώ και χίλια χρόνια στην Κυπριακή γή. Με ράσο μοναχού. Σκελετωμένος, οδοιπόρος.
-Αυτό που αποφάσισες να διαπράξεις να μη γίνει.
-Ποίο;
- Το αλτάρι( αγία τράπεζα των λατίνων) , που επιθυμείς να μου αφιερώσεις απο καθαρό μάρμαρο.
Ξεπετάχθηκε από το στρώμα τρομαγμένος. Κίτρινος σάν το λεμόνι. Η τόση δα ταραχή του από που προερχόταν;
-Το ιερό λείψανο , παραδέχομαι, ανήκει στους ορθοδόξους, τραύλισαν τα χείλη του. Αλλά πάλι...
Καθώς έφεξε , καθώς αντήχησαν έξω οι συνηθισμένοι θόρυβοι και προχώρησε η μέρα, συνήλθε. Ένιωσε την εξουσία χορευτρια να του χαμογελά . Χόποτα χόπ, χόποτα χόπ. Έστειλε και κα΄λεσε το συμβούλο στα εκκλησιαστικά, δεινό ρήτορα και θεολόγο. Ώ,ήταν και χαίδεμένο παιδί του Ντουτσίου των Λεβαντίνων( Δούκα της Βενετίας) , ερευνητής, διπλωμάτης, βιβλιοφάγος.
- Τό και τό είδα καθ’ ύπνους , πάτερ.
- Ώ, τι φρικτό ξεγέλασμα! Πιστεύετε , εξοχώτατε , στα΄όνειρα; Δηλαδή με ποιό τρόπο συνομιλήσατε στό όνειρό σας με τον Τριμυθούντος;
- Μα σας εξήγησα , πάτερ. Τον είδα ολοζώντανο σε απόσταση δύο με΄τρων. Φορούσε ορθόδοξο μοναχικό ρα΄σο.
- Κρατούσε τίποτε;
- Νομίζω κρατούσε κεραμίδι.
- Τίποτα, κουραφέξαλα.
- Δηλαδή;
- Αυταπάτη. Τί λέω; Ολοκάθαρος δαιμονικός πειρασμός. Μην αμφιβάλλετε. Μετεμορφώθη κάποιος δαίμονας σε ασκητή. Γιατί; Απλούστατα. Για να εμποδίσει την θεάρεστη προσφορα΄σας.
Ανακουφίστηκε ο Βενετσιάνος. Και χαμογέλασε. Πολύ σοφός και διαβασμένος αυτός ο θεολόγος. ...
Ωστόσο την επομένη νύκτα, νάσου πα΄λι ο γέροντας. Βάδιζε σιγά-σιγάκαι στο πρόσωπό του ξεχώριζε αγανάκτηση.
-Παρατήρησα δεν πειθαρχείς σε όσα σε συμβούλευσα. Και παίζεις με την φωτιά . Αναναστατώνεις το σπίτι μου , θα το μετανοιώσεις. Δίχως και τίποτε να ωφεληθείς.
Πετάχτηκε από το στρώμα περισσότερο ταραγμένος. Κατακίτρινος. Καινούργια ταραχή. Ηταραχή φέρνει δειλία. Σκοτάδι, δειλία, πειρασμός...
-Περίεργο, τραύλισαν τα χείλη του. Αυτό δεν είναι όνειρο , μήτε αυταπάτη.
Ντύθηκε πρόχειρα, χτύπησε το κουδούνι , ξύπνησε τους υπηρέτες. ....
Ο καθολικός αποφασίζει ενάντια στον Άγιο.
Μόλις ξημερώσει , είχε πεί. Ξημέρωσε,, 11η Νοεμβρίου 1718. ..
- Ο Άρχοντας με τους υποτακτικούς ....
- Πώς;
- Mε τον δημόσιο μηχανικό, τον κόντε Ιντζενιέρο...
- Κατέβηκε να προσκυνήσει.
- Μεγάλη η χάρη του πολιούχου .
Όμως δεν ήταν το συνηθισμένο προσκύνημα . Ο μηχανικός με την μεζούρα έπαιρνε σκύβοντας , πλάτος, ύψος, μήκος για το στήσιμο του αλταρίου. ..
-Έτσι θα γίνει , εξοχώτατε....
- Λαμπρα΄, επιβεβαίωνε , ο ξυρισμένος σύμβουλος...
Ξάφνου αναφάνηκε ανάμεσά τους κα΄ποιος ορθόδοξος κληρικός. Κι από κοντα΄κι ένας άλλος.
-Μαρίνος Βούλγαρης, εξοχώτατε , ψιθύρισαν τα χείλη του. Πρεσβύτερος με τον βαθμό της ιερωσύνης. Σακελλάριος.
-Πρωτόπαπας Σπυρίδων Βούλγαρης....
-Μα φυσικά σας γνωρίζω. Πρός τι αναφέρετε και τους τίτλους;
- Συμπαθήσατέ μας.
-Κατέχετε νομίμως την ιδιοκτησίαν του Λειψάνου. Λοιπόν;
- Σας παρακαλούμε , εξοχώτατε.... Εκ μέρους του λαού, εκ μέρους των Κορφιατών ( Κερκυραίων) ,σας ικετεύομε, μή διαπράξετε μια τέτοια καινοτομία. Έχετε εις την διάθεσή σας τόπους ιδικούς σας. Ίσως ο Άγιος να μή δεχθεί να γίνει....
- Απομακρυνθείτε, φύγετε, ανέκραξε. Ελάτε εδώ μιά στιγμή, γιά πλησιάστε.
- Στις διαταγές σας.
-Αν δεν παύσετε να αντιδράτε , αν παρακούσετε στο θέλημά μου ή αν με ξαναενοχλήσετε, θα διατάξω να σας δέσουν και να σας ρίξουν στις καραβέλες. Καταλαβαίνετε; Θα σας στείλω να τραβάτε κουπί στα΄κάτεργα. Για να μην ξαναδείτε ποτέ το φώς του ήλιου. Τι νομίζετε ότι διαπράττω; Στήνω θυσιαστήριον, πρός δόξαν της εκκλησίας. Είναι κάτι τέτοιο παρανομία;....
Τραβήχτηκαν σκυφτοί, απελπισμένοι. Ένα σμάρι λαός εκεί δίπλα, άκουσε και σταυροκοπήθηκε.
-Ιησούς Χριστός νικά...
-Παράκληση στή λάρνακα του Αγίου, πρότεινε κάποιος.
-Παράκληση, ψιθύρισαν αρκετοί...
Και κινήθηκαν, προχώρησαν, βρέθηκαν στα δεξιά. Τους ακολούθησε πλήθος. Άνοιξαν την λάρνακα, άναψαν όλοι τους κεριά μελίσσης, και σιγοψέλνοντας άφησαν τα δάκρυά τους να βρέξουν τα χρυσοκέντητα άμφια . Κανένας τους δεν μετρούσε την ώρα. Σφίγγονταν οι καρδιές από την θλίψη.
-Λύχνον άσβεστον η Εκκλησία , λίθον τίμιον των Κερκυραίων.
...Η θεία τιμωρία.
Μεσημέριασε, βράδιασε, σταμάτησαν οι θόρυβο
ι. ...Από στιγμή σε στιγμή θα ξημέρωνε η 12η Νοεμβριου. Και οι τεχνίτες του ηγεμονα θα ανασκουμπώνονταν , θα δούλευαν να στήσουν στο ναό του Αγίου Τριμυθούντος το μαρμάρινο αλτα΄ρι.
Αλλά τι συμβαίνει; Βρέχει...όχι, ακόμη δεν βρέχει. Θρόίσμα ξέμακρης νεροποντής; Μπάμ,μπούμ,μπάμ. Αστρπές, βροντές , αστροπελέκια! Τί γίνεται; Χαλασμός κόσμου. Φωτίζεται ολόγυρα η πόλη, φωτίζεται πέρα στό κα΄στρο, η αρχονταρία. ..οι αποθήκες με τα πυροβόλα. Οφρουρός της πύλης ταράζεται. Βλέπει κοντά κάποιο γέροντα με ρα΄σο. Κρατάει στά χέρια αναμμένο δαυλό.
-Ποιός είσαι , ανακράζει. Γιά πού τόβαλες, απαγορεύεται... Γιαδες θράσος! Προχωρεί, μήτε δίνει σημασία.
-Ά, μα δεν υποφέρεσαι. Φυλάξου, πέσε, πυροβολώ. Θα σε σκοτώσω. Ποιός είσαι;
Μπάμ, μπούμ, καινούργιο αστροπελέκι. Η θάλασσαα ξεχωρίζει από την στεριά. Ο Γέροντας , για΄δές, κα΄νει τώρα στροφή. Ζηγώνει , τον παρατηρεί. Κατάματα.
-Είμαι ο Σπυρίδων, σιγολέει.
Και παρευθύς απλώνει τον δαυλό, τον αρπάζει από το δεξί , τον σήκωσε σαν πούπουλο! Και «πάπ» τον πεταέι μακριά. Τον εκσφενδονίζει.
-Που είμαι , φωνάζει τρομαγμένος ο φρουρός. Πού βρέθηκα;
-Τι έπαθες ,μωρέ φρουρέ, τι μουρμουρίζεις; του λέιεκάποιος ρακοσυλλέκτης.
-Πώς;
-Δεν βλέπεις; Βρίσκεσαι στήν Κέρκυρα, στη μεγάλη πλατεία, στη Σπιανάδα.
-Και πώς από το Κάστρο δια΄βηκα την θάλασσα;
-Θα κολύμπησες...μα δεν φαίνεσαι και μουσκεμένος.
-Στη Σπιανάδα όρθιος με το ντουφέκι! Δίχως να σπασουνε τα κόκκαλά μου!
-Κοιμάσαι όρθιος. Τι όνειρο βλέπεις;
-Θεέ μου, είμαι ζωντανός, πατώ στή γή. Ο μοναχός, ο Σπυρίδων! Μέγας είσαι Χριστέ...Μέγας ο Άγιος των Ορθοδόξων!
Και πέρα εκεί στό νησάκι στό Κάστρο , στην αρχονταρία στην Μονετζιόνα την ίδια ώρα έπιασαν να γίνονται παρα΄δοξα και φοβερά. Πήρε από τους κεραυνούς φωτιά η μπαρουταποθήκη.
Ηκαταστροφή υπήρξε απερίγραπτη. «Άνοιξε» , γράφει στό έργο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ» ο υπέροχος Αθανάσιος ο Πάριος , «άνοιξε η αποθήκη της Μονετζιόνος και η ταύτη έξαψις ανέτρεψε τας οικοδομάς όπου ήταν εκεί μέσσα εις το Κασέλλι , τότε παλα΄τιον του ηγεμόνος, και πάντα τα περί αυτό. Κια ο μεν Ηγεμών ευρέθη νεκρός από δύο δοκάρια , όπου του περιέσφγγον τον τράχηλον ,τρόπον τινάωσάν διωρισμένα δια΄να τελειώσουν το τοιούτο έργον,. Ο δε καθολικός θεολόγος ευρέθη έξω από το τειχόκαστρον , μέσα εις το χαντάκι εκείνοεις το οποίο συρρέουσι και στργγίζουσι οι βρώμες όλων των αποχωρητηρίωντου άστεως , δια΄χειρός έχων την αισχύνην της σαρκός του,άξια προοίμια λαβών της μισθαποδοσίας της αρίστης συμβουλής του και της λαμπράς του πολιτείας. Απώλετο δε και πολύς λαός ανδρών τε και γυναικών εκ τε της αυλής του ηγεμόνος και των εκτός , ψυχαί ως εννεακόσιαι».
Άλλα δύο φοβερά σημεία...
Αλλά καθώς συνεχίζει ο Αθανάσιος Πάριος ( αδιαφιλονίκητος ευσεβής και χρονικογράφος αγωνιστής) συνέβησαν την ίδια πα΄λι ώρακαι άλλα δύο φοβερά σημεία. Ηαφιερωμένη κανδήλα πούχε προσφέρει ο Πιζάνης μεα΄την φυγή των πολιορκητών βαρβάρων Τούρκων κα ικρεμόταν καταμπροστα΄στό Άγιο Λείψανο έπεσε χάμου. « Συνετρίβη την βάσιν μηδεμιάς άλλης μηδέν όμοιον παθούσηςαπό πάσας πολλάς όπου εκεί κρέμανται. Και με όλον οπού εκρέματο από μίαν άλυσιν πολλά δυνατήν.
Φαίνεται και την σήμερον το πάθος της κανδήλας , ήγουν της βάσεως. Επειδή έτσι καθώς ευρέθη πάλιν την εκρέμασαν, και παραμένει μαρτυρούσα το συμβάν με αλαλήτους φωνάς».
Ακόμη το σπουδαιότερο , εκέεί μακριά στή Βενετία. Στο οικογενεικό μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη , κερυνός έπεε κα ιτρύπησετη ίδια στιγμή και «κατέκαυσν» το πορτραίτο του. Την εικόνα του, την ζωγραφιά του. Τίποτε άλλο....Τα αδέλφια του , οι συγγενείς κα ιοι φίλοι , ένα σμάρι λατίνοι λαϊκοί και εκκλησιαστικοί, το εξήγησαν σαν κακό οιωνό....
Την επομένη ημέρα θρήνος και κλαυθμός στούς βενετσιάνους. Σιωπηλός, μουλωχτός, για να μην γίνεται θόρυβος και συζήτηση.
Ο Πρεβεδούρος , ο λατινεπίσκοπος κι άλλοι της εξουσίας έδωκαν εντολή να σηκωθούν, να εξαφανιστούν τα αίτια της καταστροφής. Αποτράβηξαν κα ι την μαρμάρινη πλάκα, το αλταρι. Το έφεραν και το εναπόθεσαν στο Δόμο, στον φράγκικο ναό, στη δική τους Μητρόπολη. Εκεί μπορεί να το ανταμώσει ο ερευνητής. Ο Αθανάσιος υπογραμμίζει ότι «οράται ακουμπισμένη η πλάξ χαμηλά, κατα΄το πλάγιον, πλησίον στο μέγα αλταρι». (συνεχίζεται)