Μονόδρομος
Δημοσιεύτηκε: Τετ Μάιος 16, 2007 10:29 pm
Ο θάνατος, αυτό το αναπόφευκτο
Πολλά πράγματα σ΄ αυτόν τον κόσμο κάνουν τους ανθρώπους να διαφέρουν: η ηλικία, η μόρφωσις, η κοινωνική θέσις, τα πλούτη και τόσα άλλα. Υπάρχει όμως και ένα γεγονός, που εξισώνει και εξομοιώνει τους πάντες. Και αυτό είναι ο θάνατος. Μπροστά στον θάνατο δεν υπάρχει νέος και γέρος, μορφωμένος ή αμόρφωτος, πλούσιος ή πτωχός. Όλοι γίνονται ένα.
Αυτή την μεγάλη πραγματικότητα μας τονίζει ζωηρά ο Κύριος στην θαυμάσια παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου (διάβασέ την, αγαπητέ αναγνώστα, στο: Λουκ. 16, 19-31). Η παραβολή μας παρουσιάζει ένα πλούσιο και ένα πτωχό. Η ζωή τους βέβαια, σ΄ αυτόν τον ακατάστατο κόσμο, είναι άνιση και διαφορετική. Ο ένας ζει διασκεδάζοντας καθημερινά μέσα στο αρχοντικό του σπίτι, ντύνεται βασιλικά ρούχα και σπαταλά τα άφθονα πλούτη του σε λουκούλλεια γεύματα και δεξιώσεις. Ο άλλος είναι πάμπτωχος, ρακένδυτος, πεινασμένος και πληγωμένος. Η ζωή του είναι ένα συνεχές μαρτύριο. Και όμως! Έρχεται στιγμή, που αυτοί οι δύο εξομοιώνονται και γίνονται το ίδιο. Έρχεται η στιγμή του θανάτου. «Εγένετο αποθανείν τον πτωχόν» μας λέγει η παραβολή. Και ότι: «απέθανε και ο πλούσιος και ετάφη». Δηλαδή απέθαναν και οι δύο. Που είναι τώρα οι διαφορές τους; Εξαφανίσθηκαν. Και οι δύο κατεβαίνουν σε έναν τάφο και καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο. Το ίδιο χώμα τους σκεπάζει και τα ίδια σκουλήκια τους τρώνε τις σάρκες. Αυτός είναι ο άνθρωπος!
Όποιος και να΄ σαι, αδελφέ μου, σ΄ αυτόν τον κόσμο, σκέψου ότι κάποια μέρα θα πεθάνεις. Ο θάνατος είναι η μόνη βεβαία πραγματικότης του φθαρτού τούτου κόσμου. Και είναι ένα γεγονός που δεν το γλιτώνει κανείς. Ούτε τα μέσα του ισχυρού ισχύουν, ούτε τα πλούτη του πλουσίου, για να το ματαιώσουν. Υπάρχει λοιπόν θάνατος! Αυτή την αλήθεια τα πάντα μας την φωνάζουν. Τα άστρα σβήνουν, τα άνθη μαραίνονται, τα ζώα πεθαίνουν και ο άνθρωπος φεύγει... Όπως λέγει και ο ποιητής: «Το άνθος μαραίνεται, το έαρ παρέρχεται, ο χρόνος κυλά. Και μόνον ο θάνατος επλάσθη αθάνατος, αυτός δεν γερνά»! Στο βίο του Αββά Σισώη του μεγάλου διαβάζουμε ότι, ευρεθείς κάποτε μπροστά στον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου, ύψωσε τα χέρια του ψηλά και δακρυσμένος ανεβόησε: «Αι, θάνατε, τις δύναται εκφυγείν σε;». Ο λόγος του Θεού και οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι από τότε που ο άνθρωπος ξέφυγε από το θέλημα του Θεού, δια της παραβάσεως, ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας και έγινε ο πιο ισχυρός και απαράβατος νόμος της. Καρπός λοιπόν της αμαρτίας μας ο θάνατος, κατέστη έκτοτε ο πανδαμάτωρ, που με το δρεπάνι του θερίζει τους πάντες. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» διακηρύσσει και η Αγία Γραφή (Εβρ. 9, 27). Καθημερινά ακούμε και βλέπουμε γύρω μας τους ανθρώπους να πεθαίνουν. Τον ένα, τον παίρνει ο θάνατος άρρωστο και εξαντλημένο. Τον άλλο επάνω στη δουλειά του. Αυτόν, την ώρα που ταξιδεύει. Εκείνον, την ώρα που γλεντά. Δεν σε προειδοποιεί βλέπεις ο θάνατος. Έρχεται ξαφνικά «εν η ώρα ου δοκούμεν» (Ματθ. 24, 44).
Αγαπητέ μου αναγνώστα, άκουσε κάτι: Εάν ο θάνατος επρόκειτο να θέσει οριστικά τέρμα στην όλη ύπαρξή μας, τότε, παρά την αποκρουστικότητά του, θα ήταν ένα γεγονός τελεσίδικο και καταληκτικό. Θα ξέραμε ότι εκεί πλέον τελειώνει το παν. Δυστυχώς όμως, ή μάλλον ευτυχώς, ο θάνατος δεν είναι απλώς ένα τέρμα, αλλά μια θύρα, από την οποία περνούμε σε μια άλλη ζωή, πηγαίνουμε στην κρίση. Και εδώ ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις. Διότι αυτό ακριβώς συνέβη και με τους δύο ανθρώπους της παραβολής που αναφέραμε: Βρέθηκαν ξαφνικά και οι δύο σε μια άλλη κατάσταση, τελείως διαφορετική από εκείνη στην οποία ζούσαν. Ο ένας στον άδη και ο άλλος στους κόλπους του Αβραάμ! Αυτό το γεγονός είναι το σημαντικότερο απ΄ όλα: ποια θέση θα μας δώσει εκεί επάνω η κρίσις του Θεού; Είναι αλήθεια ότι εμείς οι άνθρωποι, ούτε τον θάνατο σκεπτόμεθα, ούτε την κρίση και την αιωνιότητα λαμβάνουμε υπ΄ όψιν μας. Σκεπτόμεθα και φροντίζουμε για τόσα άλλα αυτού του κόσμου, που είναι τόσο αβέβαια και φευγαλέα. Όμως, στο πιο βέβαιο, που είναι ο θάνατος και στο πιο τρομερό, που είναι η κρίσις του θεού, δεν δίνουμε σημασία.
Κάποτε ένας βασιλιάς είχε κάποιον γελωτοποιό για να τον διασκεδάζει. Μια μέρα ο γελωτοποιός έκανε τον βασιλιά να διασκεδάσει τόσο πολύ, που για να τον αμείψει του έδωσε ένα χρυσό ραβδί, λέγοντας του: Πάρε το αυτό και μόνο αν βρεις ποτέ κανένα πιο τρελό από σένα δος του το. Πέρασαν από τότε μερικά χρόνια και ο βασιλιάς αρρώστησε βαριά, έως θανάτου. Λέγει τότε στο γελωτοποιό: «Αγαπητέ μου φεύγω για το μεγάλο ταξίδι». Ο γελωτοποιός, κάνοντας ίσως πως δεν κατάλαβε, τον ρώτησε: «Και πότε βασιλιά μου θα γυρίσεις με το καλό;». Ο βασιλιάς αναστέναξε: «Το ταξίδι αυτό δεν έχει γυρισμό»! Ο γελωτοποιός φανερά ξαφνιασμένος: «Πω, πω, πολύ μεγάλο ταξίδι! Φαντάζομαι τι ετοιμασίες θα έχεις κάνει»! Ο βασιλιάς με βαθιά λύπη είπε: «Δυστυχώς, για όλα τα άλλα εφρόντισα στη ζωή μου, αλλά για το ταξίδι μου αυτό, δεν έκανα καμιά προετοιμασία». Τότε ο γελωτοποιός, δίνοντας πίσω το χρυσό ραβδί, του είπε: «Πάρτο πίσω βασιλιά μου, γιατί δεν βρήκα μέχρι τώρα πιο τρελό άνθρωπο από σένα!...».
Μακάρι κι εμείς, τώρα τουλάχιστον, να συνέλθουμε και να σκεφθούμε σοβαρά ότι μας περιμένει ο θάνατος και η άλλη ζωή. Και ότι άρα πρέπει να ετοιμαζόμαστε... «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. 6,2).
Αρχιμ. ΑΘΗΝ. ΚΑΡΑΜΑΝΤΖΑΝΗΣ
Πολλά πράγματα σ΄ αυτόν τον κόσμο κάνουν τους ανθρώπους να διαφέρουν: η ηλικία, η μόρφωσις, η κοινωνική θέσις, τα πλούτη και τόσα άλλα. Υπάρχει όμως και ένα γεγονός, που εξισώνει και εξομοιώνει τους πάντες. Και αυτό είναι ο θάνατος. Μπροστά στον θάνατο δεν υπάρχει νέος και γέρος, μορφωμένος ή αμόρφωτος, πλούσιος ή πτωχός. Όλοι γίνονται ένα.
Αυτή την μεγάλη πραγματικότητα μας τονίζει ζωηρά ο Κύριος στην θαυμάσια παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου (διάβασέ την, αγαπητέ αναγνώστα, στο: Λουκ. 16, 19-31). Η παραβολή μας παρουσιάζει ένα πλούσιο και ένα πτωχό. Η ζωή τους βέβαια, σ΄ αυτόν τον ακατάστατο κόσμο, είναι άνιση και διαφορετική. Ο ένας ζει διασκεδάζοντας καθημερινά μέσα στο αρχοντικό του σπίτι, ντύνεται βασιλικά ρούχα και σπαταλά τα άφθονα πλούτη του σε λουκούλλεια γεύματα και δεξιώσεις. Ο άλλος είναι πάμπτωχος, ρακένδυτος, πεινασμένος και πληγωμένος. Η ζωή του είναι ένα συνεχές μαρτύριο. Και όμως! Έρχεται στιγμή, που αυτοί οι δύο εξομοιώνονται και γίνονται το ίδιο. Έρχεται η στιγμή του θανάτου. «Εγένετο αποθανείν τον πτωχόν» μας λέγει η παραβολή. Και ότι: «απέθανε και ο πλούσιος και ετάφη». Δηλαδή απέθαναν και οι δύο. Που είναι τώρα οι διαφορές τους; Εξαφανίσθηκαν. Και οι δύο κατεβαίνουν σε έναν τάφο και καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο. Το ίδιο χώμα τους σκεπάζει και τα ίδια σκουλήκια τους τρώνε τις σάρκες. Αυτός είναι ο άνθρωπος!
Όποιος και να΄ σαι, αδελφέ μου, σ΄ αυτόν τον κόσμο, σκέψου ότι κάποια μέρα θα πεθάνεις. Ο θάνατος είναι η μόνη βεβαία πραγματικότης του φθαρτού τούτου κόσμου. Και είναι ένα γεγονός που δεν το γλιτώνει κανείς. Ούτε τα μέσα του ισχυρού ισχύουν, ούτε τα πλούτη του πλουσίου, για να το ματαιώσουν. Υπάρχει λοιπόν θάνατος! Αυτή την αλήθεια τα πάντα μας την φωνάζουν. Τα άστρα σβήνουν, τα άνθη μαραίνονται, τα ζώα πεθαίνουν και ο άνθρωπος φεύγει... Όπως λέγει και ο ποιητής: «Το άνθος μαραίνεται, το έαρ παρέρχεται, ο χρόνος κυλά. Και μόνον ο θάνατος επλάσθη αθάνατος, αυτός δεν γερνά»! Στο βίο του Αββά Σισώη του μεγάλου διαβάζουμε ότι, ευρεθείς κάποτε μπροστά στον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου, ύψωσε τα χέρια του ψηλά και δακρυσμένος ανεβόησε: «Αι, θάνατε, τις δύναται εκφυγείν σε;». Ο λόγος του Θεού και οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι από τότε που ο άνθρωπος ξέφυγε από το θέλημα του Θεού, δια της παραβάσεως, ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας και έγινε ο πιο ισχυρός και απαράβατος νόμος της. Καρπός λοιπόν της αμαρτίας μας ο θάνατος, κατέστη έκτοτε ο πανδαμάτωρ, που με το δρεπάνι του θερίζει τους πάντες. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» διακηρύσσει και η Αγία Γραφή (Εβρ. 9, 27). Καθημερινά ακούμε και βλέπουμε γύρω μας τους ανθρώπους να πεθαίνουν. Τον ένα, τον παίρνει ο θάνατος άρρωστο και εξαντλημένο. Τον άλλο επάνω στη δουλειά του. Αυτόν, την ώρα που ταξιδεύει. Εκείνον, την ώρα που γλεντά. Δεν σε προειδοποιεί βλέπεις ο θάνατος. Έρχεται ξαφνικά «εν η ώρα ου δοκούμεν» (Ματθ. 24, 44).
Αγαπητέ μου αναγνώστα, άκουσε κάτι: Εάν ο θάνατος επρόκειτο να θέσει οριστικά τέρμα στην όλη ύπαρξή μας, τότε, παρά την αποκρουστικότητά του, θα ήταν ένα γεγονός τελεσίδικο και καταληκτικό. Θα ξέραμε ότι εκεί πλέον τελειώνει το παν. Δυστυχώς όμως, ή μάλλον ευτυχώς, ο θάνατος δεν είναι απλώς ένα τέρμα, αλλά μια θύρα, από την οποία περνούμε σε μια άλλη ζωή, πηγαίνουμε στην κρίση. Και εδώ ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις. Διότι αυτό ακριβώς συνέβη και με τους δύο ανθρώπους της παραβολής που αναφέραμε: Βρέθηκαν ξαφνικά και οι δύο σε μια άλλη κατάσταση, τελείως διαφορετική από εκείνη στην οποία ζούσαν. Ο ένας στον άδη και ο άλλος στους κόλπους του Αβραάμ! Αυτό το γεγονός είναι το σημαντικότερο απ΄ όλα: ποια θέση θα μας δώσει εκεί επάνω η κρίσις του Θεού; Είναι αλήθεια ότι εμείς οι άνθρωποι, ούτε τον θάνατο σκεπτόμεθα, ούτε την κρίση και την αιωνιότητα λαμβάνουμε υπ΄ όψιν μας. Σκεπτόμεθα και φροντίζουμε για τόσα άλλα αυτού του κόσμου, που είναι τόσο αβέβαια και φευγαλέα. Όμως, στο πιο βέβαιο, που είναι ο θάνατος και στο πιο τρομερό, που είναι η κρίσις του θεού, δεν δίνουμε σημασία.
Κάποτε ένας βασιλιάς είχε κάποιον γελωτοποιό για να τον διασκεδάζει. Μια μέρα ο γελωτοποιός έκανε τον βασιλιά να διασκεδάσει τόσο πολύ, που για να τον αμείψει του έδωσε ένα χρυσό ραβδί, λέγοντας του: Πάρε το αυτό και μόνο αν βρεις ποτέ κανένα πιο τρελό από σένα δος του το. Πέρασαν από τότε μερικά χρόνια και ο βασιλιάς αρρώστησε βαριά, έως θανάτου. Λέγει τότε στο γελωτοποιό: «Αγαπητέ μου φεύγω για το μεγάλο ταξίδι». Ο γελωτοποιός, κάνοντας ίσως πως δεν κατάλαβε, τον ρώτησε: «Και πότε βασιλιά μου θα γυρίσεις με το καλό;». Ο βασιλιάς αναστέναξε: «Το ταξίδι αυτό δεν έχει γυρισμό»! Ο γελωτοποιός φανερά ξαφνιασμένος: «Πω, πω, πολύ μεγάλο ταξίδι! Φαντάζομαι τι ετοιμασίες θα έχεις κάνει»! Ο βασιλιάς με βαθιά λύπη είπε: «Δυστυχώς, για όλα τα άλλα εφρόντισα στη ζωή μου, αλλά για το ταξίδι μου αυτό, δεν έκανα καμιά προετοιμασία». Τότε ο γελωτοποιός, δίνοντας πίσω το χρυσό ραβδί, του είπε: «Πάρτο πίσω βασιλιά μου, γιατί δεν βρήκα μέχρι τώρα πιο τρελό άνθρωπο από σένα!...».
Μακάρι κι εμείς, τώρα τουλάχιστον, να συνέλθουμε και να σκεφθούμε σοβαρά ότι μας περιμένει ο θάνατος και η άλλη ζωή. Και ότι άρα πρέπει να ετοιμαζόμαστε... «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. 6,2).
Αρχιμ. ΑΘΗΝ. ΚΑΡΑΜΑΝΤΖΑΝΗΣ